Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΣAPAKATΣIANAIOI, ΣYPPAKO KAI ΣAKAPETΣI

[...] Σκοπός αυτής μου της μελέτης δεν είναι βέβαια η απόδειξη του τόπου καταγωγής των Σαρακατσιάνων. Ούτε πιστεύω ότι θα υπάρξει και ειδικός ακόμη σοβαρός ερευνητής επιστήμονας που θα το επιχειρήσει. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό, στο οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει την άποψή του, γιατί τέτοιοι υλικό δεν μπορεί να υπάρχει. Το όνομα Σαρακατσιάνοι είναι σχετικά πρόσφατο, μόλις 200 ή έστω 250 ετών. Η ιστορία των Σαρακατσαναίων στα Βυζαντινά και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας καλύπτεται υπό το όνομα "βλάχος", που δηλώνει τον ορεσίβιο νομάδα κτηνοτρόφο και καταλάμβανε όλους τους ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το όνομα Σαρακατσάνοι είναι "παρατσούκλι" του κατακτητή στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας, που μ αυτό προσδιόρισε και διαχώρισε το νομαδικό αυτό "φύλο" των υπηκόων του από τα άλλα νομαδικά "φύλα", αποδίδοντας με το όνομα Καρα-Κατσιάν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της ελληνικής νομαδικής γενιάς.
Εκείνο που επιχειρείται σ αυτή τη μελέτη μου είναι η απόδειξη ότι οι Σαρακατσάνοι δεν κατάγονται ούτε από το Συρράκο, ούτε από το Σακαρέτσι. Σαθρά αντίθετα επιχειρήματα και προσωπικές αβάσιμες επινοήσεις ορισμένων είναι οι διατυπωμένες απόψεις. Πρόχειρες και επιφανειακές είναι οι αποδοχές τους από τους μεταγενέστερους, που αναφέρονται στις αθεμελίωτες αυτές επινοήσεις. Και κατά τις επαναλήψεις εμφιλοχωρούν και παραποιήσεις των αρχικών ισχυρισμών, άλλες σκόπιμες, γιατί υπηρετούσαν κάποια συμφέροντα και άλλες από άγνοια ή παρερμηνεία. Κάποια μάλιστα επιχειρήματα διατυπώνονται με τόση ελαφρότητα και επιπολαιότητα που προκαλούν έκπληξη και αποστροφή ή πολλά ερωτηματικά για την τόλμη ορισμένων να καταπιάνονται με ένα τόσο σοβαρό, δυσεπίλυτο, δύσκολο ζήτημα. [...]


Το παραπάνω απόσπασμα από την εισαγωγή (σελίδα 19) του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού είναι απολύτως ενδεικτικό του περιεχομενου και των επιχειρημάτων που ακολουθούν. Ο συγγραφέας επιχειρεί να ανατρέψει τους ισχυρισμούς πως η ονομασία "Σαρακατσάνοι" προέρχεται είτε από το χωριό Σακαρέτσι του νομού Αιτωλοακαρνανίας είτε από το Συράκο της Ηπείρου. Η προσωπική μας άποψη ταυτίζεται με αυτή του κου Κατσαρού. Το βιβλίο είναι των εκδόσεων Σπανίδη και σύμφωνα με την Π.Ο.Σ.Σ. έχει διατεθεί από τον συγρραφέα "για διάθεση και προς όφελός της".

Διατίθεται από την Π.Ο.Σ.Σ. Τηλ. 2310-840830 (ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΩΣ ΠΕΜΠΤΗ 18.00-20.00)

Επίσης μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα περισσσότερα ηλεκτρονικά βιβλίοπωλεία οπως τον Ιανό ή την Πρωτοπορία ή τέλος να το αναζητήσετε σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο.

Σελίδες: 148

Σχήμα: 17x24

Βάρος: 0,4

ISBN: 978-960-6653-22-3

Ακολουθεί ολόκληρος ο επίλογος του βιβλίου

«Οι Σαρακατσιάνοι δεν έκτιζαν, για να μείνουν αποδείξεις κάποιας μόνιμης διαμονής τους.

Δεν έγραψαν για να μείνουν γραπτά μνημεία της συμμετοχής τους στα ιστορικά γεγονότα της πατρίδας μας ή της δικής τους ιστορίας.

Δεν υπέγραψαν συμφωνητικά μίσθωσης των λιβαδιών, εκτός ίσως από ελάχιστες εξαιρέσεις που χάθηκαν κι αυτές στους αιώνες που πέρασαν. Για τις συμφωνίες τους ήταν αρκετός ο «λόγος» τους. Ούτε έκαναν γραπτές συμφωνίες πώλησης των προϊόντων τους. Άγνωστα σ’ αυτούς ήταν και τα προικοσύμφωνα. Οι γραπτές γενικά συμφωνίες αποφεύγονταν, γιατί η υπογραφή τους ερμηνεύονταν ως έκφραση δυσπιστίας τήρησης του «λόγου» τους.

Ακόμη και οι αποδεδειγμένα Σαρακατσιάνοι αγωνιστές προ και μετά το 1821 (Κατσαντώνης, Δίπλας, Τσόγκας, Καραϊσκάκης, Λιακατάς, Συκάδες ή Βλαχόπουλοι κ.α.) δεν άφησαν γραπτά απομνημονεύματα. Ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτούς και για τη γενιά τους το έγραψαν άλλοι. Και μάλιστα κανένας τους δεν αναφέρεται ως Σαρακατσιάνος μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Και αυτό, γιατί δεν ήταν γνωστό το όνομα της γενιάς τους. Τους κάλυπταν κάποια άλλα ονόματα. Βλαχοποιμένες ελληνόφωνοι, Βλάχοι, νομάδες, σκηνίτες. Φερέοικοι και απόλιδες οι Σαρακατσιάνοι, η ελληνική αυτή νομαδική φυλή, «όργωνε» με τα κοπάδια της, τις ράχες και τις κορυφές των βουνών, τα λιβάδια και τα δάση τους, στήνοντας τις καλύβες τους στα ξέφωτά τους κοντά σε κάποια βρύση, που έπαιρνε κατά κανόνα το όνομα του τσέλιγκα. Η μετακίνησή τους ανά εξάμηνο, χειμώνα - καλοκαίρι ήταν συνεχής και αέναη, πάντοτε με στόχο το πλούσιο, σε δροσιά, χορτάρια, νερά, ίσκιους, λιβάδι το καλοκαίρι, και το ζεστό και πλούσιο σε βλάστηση το χειμώνα.

Κέντρο των ενδιαφερόντων τους ήταν η καλοπέραση του κοπαδιού. Δευτερεύον ζήτημα ήταν η καλοπέραση η δική τους. Πρωταρχική τους αρχή ήταν ο σεβασμός της παράδοσης, η τήρηση με θρησκευτική ευλάβεια των πατροπαράδοτων, η πιστή συμμόρφωση προς τα ήθη και τα έθιμα των πατέρων τους, η αγάπη προς την πατρίδα, την ελευθερία, που ήταν συνυφασμένη με τον ανεξάρτητο τρόπο της ζωής τους.

Εσωτερική τους αδήριτη ανάγκη ήταν η παροχή κάθε βοήθειας προς τους κατατρεγμένους και αδικημένους από την εξουσία του κάμπου, που κατέφευγαν στις στάνες τους. Ξεχείλισμα του νου και της ψυχής τους ήταν η συμπαράσταση στους αγωνιζόμενους κατά του βάρβαρου κατακτητή και ασίγαστος πόθος τους και γλυκό τους όνειρο ήταν να γίνουν ένα μ’ αυτούς βοηθώντας τους σ’ όποια ανάγκη κι αν είχαν.

Κρυφός τους καημός και σφοδρή τους επιθυμία και επιδίωξη ήταν να βρεθούν κι εκείνοι στα λημέρια των καπετάνων της κλεφτουργιάς, να κρατήσουν κι εκείνοι καρυοφύλλια και ν’ αγωνισθούν μαζί τους.

Πατρίδα τους ήταν οι ορεινές καλοκαιρινές τους διαμονές. Αυτές τους εξέφραζαν. Τα πεύκα, οι οξυές και τα έλατα, τα ρυάκια με τα γάργαρα νερά, τα τιτιβίσματα των πουλιών και τα ουρλιάσματα των λύκων.
Ήταν κι εκείνες απρόσιτες, απάτητες, ελεύθερες. Κι αυτές οι καλοκαιρινές διαμονές της συντριπτικής πλειοψηφίας τους ήταν τα χιλιοτραγουδισμένα Άγραφα με τις ψηλές τους κορυφές, τα απέραντα λιβάδια τους, τους καταδεκτικούς και καλοσυνάτους ντόπιους ελληνόφωνους μικροκτηνοτρόφους κατοίκους τους. Αυτό ήταν το δικό τους βασίλειο, που δεν το αντάλλαζαν με τίποτε, ούτε και μ’ αυτές ακόμη τις ανέσεις της μόνιμης εγκατάστασης. Αυτό γέμιζε όλο τους το είναι.

Κι αν κάποιοι από αυτούς ξεκαλοκαίριαζαν σ’ άλλα ορεινά λιβάδια ο νους τους ήταν γεμάτος από Άγραφα. Κάποια ανάγκη τους οδηγούσε μακριά από αυτά. Προσωρινά όμως. Για κάποια καλοκαίρια. Και ξανά στ’ Άγραφα. Αυτά ένοιωθαν ως πατρίδας τους. Εκεί είχαν δικά τους όλα τα λιβάδια, χωρίς επαγγελματικούς ανταγωνισμούς από τους ντόπιους, χωρίς «καρφώματα» ότι «φυλάν’ τους κλέφτες στα μαντριά».

Έστηναν τα καλύβια τους μακριά από τα χωριά. Δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους με τους ντόπιους. Ένοιωθαν μια αποστροφή προς τους Βλαχόφωνους, οι οποίοι τους κορόιδευαν για τον τρόπο της ζωής τους, για τη φτώχεια του επαγγέλματός τους, για τη μη επίδοσή τους σ’ άλλα επαγγέλματα.

Για όλα αυτά και για άλλα πολλά, που ήταν βαθειά χαραγμένα στις ψυχές τους «μητρός τε και πατρός και των προγόνων απάντων», με το συντηρητισμό, ο οποίος τους διέκρινε και με την πλήρη αφοσίωση στα πάτρια, θα ήταν παραλογισμός να δεχθεί κανένας ότι πατρίδα τους ήταν κάποιο χωριό, από το οποίο κάποτε έφυγαν, έριξαν πέτρα πίσω τους κι άρχισαν και συνέχισαν μια νέα σκληρή ζωή γεμάτη ατελείωτους κόπους, κακουχίες, διώξεις, βάσανα, συμφορές, χωρίς να ξαναθυμηθούν και να επιστρέψουν στην «πατρίδα», που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους αναγκάσθηκαν κάποτε να την εγκαταλείψουν. Δυνατός και πειστικός λόγος γι’ αυτό είναι και γιατί οι εξελίξεις στην πατρίδα μας, για όσους υποστηρίζουν κάποιο λόγο φυγής, ήταν τέτοιες που άλλαξαν εκείνα που φέρονται ότι τους ανάγκασαν να φύγουν και μάλιστα κατά εντυπωσιακό τρόπο. Σκοτώθηκε ο Αλή Πασάς. Ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Μειώθηκε η κτηνοτροφία. Αυξήθηκαν τα λιβάδια. Ανέβηκε το επίπεδό τους.»



Δεν υπάρχουν σχόλια: