Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009
Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού στη Λάρισα
Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ
Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009
Όσα μου είπαν τα Σαρακατσάνικα τραγούδια
Καλότυχα 'νι τάι βουνά, καλουγραμμένοι ν-οι κάμποι,
που θάνατου δεν καρτιρούν, χάρου δεν πιριμένουν.
Μόν' καρτιρούν την άνοιξη, τ' όμουρφου καλουκαίρι,
να βγουν ν-οι στάνις στάι βουνά, ν-οι Σαρακατσιαναίοι.
Τα λυπόμουνα τα βουνά, για την ερημιά τους, για τη μοναξιά τους, για τα χιόνια που πονούσαν το κορμί τους, για τα αγρίμια που έσκιζαν τις σάρκες τους.Λυπόμουνα και τους κάμπους, τους απέραντους κάμπους, που παίδευαν τους ανθρώπους, που βασάνιζαν τις νιες και τις όμορφες, τις μικροπαντρεμένες και τις ανύπαντρες.
Τα λυπόμουνα, μέχρι που κατάλαβα πως έκανα λάθος για τη μοίρα που πίστευα πως τα συντρόφευε, γατί ο θάνατος και ο χάρος δεν μπορούν να τα βάλουν με τα βουνά και τους κάμπους, δεν μπορούν να τα νικήσουν, να τους στερήσουν τη ζωή, την ελπίδα, τη χαρά, τη συντροφιά.
Καλότυχα τα βουνά, καλογραμμένοι οι κάμποι για έναν ακόμα λόγο, αφού αντί για το χάρο και το θάνατο καρτερούν τις στάνες και τα κοπάδια των Σαρακατσαναίων, καθώς ο ένας πεθύμησε τόσο πολύ τον άλλο.
Καλότυχα τα βουνά, καλογραμμένοι οι κάμποι, καλότυχοι και οι Σαρακατσαναίοι, που μπορούν και απολαμβάνουν τις χάρες τους και είναι σαν να μη γνωρίζουν και αυτοί χάρο και θάνατο.
Ο Γεώργιος Δ. Καψάλης κατάγεται από την Ήπειρο. Σπούδασε Φιλολογία στο ΑΠΘ και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Μπόχουμ Γερμανίας, όπου το 1982 απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα. Σήμερα υπηρετεί ως Καθηγητής Φιλολογίας στο ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Άλλα έργα του συγγραφέα :
Οι παροιμίες του Θεσπρωτού Λόγιου Κώστα Αθ. Μιχαηλίδη
Νεανική Αλληλογραφία Τέλλου Άγρα
Η εκπαίδευση της Ελληνικής Μειονότητας της Αλβανίας
Δημοτικά Τραγούδια από τη Βόρειο Ήπειρο
Μελέτες Παιδικής Λογοτεχνίας Καψάλης Γεώργιος
Τα Παιδιά των Πεύκων
Αναζητώντας τα Δυο Αδέρφια
Από τα περιεχόμενα το βιβλίου διαβάζουμε :
Εισαγωγή || Σκάρους || Καλώς ανταμουθήκαμαν || Ν-Αυτού που πας, μαύρου πουλί (Του Κατσιαντώνη) || Βάστα, καημένι Έλυμπι || Πέρα σ' ικείνου τούι βουνό || Χουρεύουν τα κλιφτόιπουλα || Ν-Ιγώ ήμουνα τ' αντίκλαρου || Μαριάνα κι Αντριάνα || Ν-Ιδώ είν' αλώνι για χουρός || Τι να τουν κάμου του Θιό || Πιδιά μ', πήρι χινόπουρους || Ν-Ιψές που μπήκα στου χουρό || Θα παραγγείλου στάι βουνά || Ν-Η 'Αρτα πέτρα να γινεί || Πήρα τη στράτα του στρατί || Του Χατζηπέτρου || Βλαχούλα ν-ιρουβόλαϊ || Νια κουντή κουντούλα || Ν-Ανάρια ανάρια τα 'ριχναν ν-οι κλέφτις τα ντουφέκια || Τώρα 'νι νύχτα ποια να ιδού || Η Ζιρβουϊπούλα || Φεύγουν τα λάια πρόβατα || Του λεν τ' αηδόνια στα κλαριά || Παλιόκαστρου κι Πρέβιζα || Ν-'Ασπρου μαντίλι που φουρείς || Ν-Ου Γιάννους πιρνουδιάβινι || Ν-Είιδα ιψές στου είνουρό μου || Ξένου πουλάκι πέρασι || Η Αγγέλου || Τα μάτια σου τα έμουρφα || Νια πέρδικα πινεύτηκι || Ν-Οι φίλοι μού παρήγγειλαν || Π' ανάθιμα τα Γιάννινα || Της Λιάκινας || Παλιά μου χρόνια κι κιροί || Τώρα τ' αργά τ' αργούτσικα || Σταφύλι μου κρουστάλλινου || Βουνά μου, σας παρακαλού || Ν-Ιδώ σι τούτ' τη γειτουνιά || Καλότυχα 'νι τάι βουνά || Δεν είιδα μέρα σήμιρα || Πέρα ιδώ στουν έλατου || Φέρτι την κάπα την παλιά || Μι μάραναν ν-οι έμουρφις || Παραμιράτι σύγνιφα || Πέρασα απ' την πόρτα σου || Σαν την απόψι, Χάιδου μ', τη βραδιά || Φόντα ήμουν δικουχτώ χρουνών || Τα πήρανι τα πρόβατα || Μικρή βλαχούλα ν-έπλυνι || Τριανταφυλλένια κίνησι || Για ράψτι τουν δασιά-δασιά || Ν-Όσ' αδιρφάκια έχει ου γαμπρός || Ποιος τουν φκιάνει, πιος τουν ράβει κι τουν κατακουκκινίζει || Κινούργιους γάμους γένιτι || Κι σένα, φλαμπουριάρη μου || Κάτου στουν 'Αγιου Θόδουρου || Κι ας πάν' να ιδούν τα μάτια μου || Ξύπνα, πιρδικουμάτα μου || Βρε ουρανέ, τα σύγνιφα μι τι τα χρουματίζεις || Χρυσή μηλίτσα ν-είχαμαν || Λιώσαν τα χιόνια στάι βουνά || Πέντι μήνις γκιζιρούσα τα ψηλάι βουνά || Μήλου μου κατακόκκινου || Καλά 'καμις, νυφούλα μου || Ν-Ισύ, νύφη μ', να χαίρισι || Πιρδικούλα γκιουρντινάτη || Φόντας ιστήθκι ου ουρανός || Βιβλιογραφία
Πηγή : www.dardanosnet.gr
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009
Βιβλίο και DVD για τους Σαρακατσάνους από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Βιβλίο για τους Σαρακατσάνους θα περιλαμβάνει το Κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ της 22ας Νοεμβρίου 2009. Το βιβλίο αποτελεί μέρος της σειράς βιβλίων που άρχισαν να διανέμονται από την 1η Νοεμβρίου και αποτελούν σύμφωνα με την εφημερίδα μία "πρωτότυπη σειρά βιβλίων, βασισμένη στο ανθρωπογεωγραφικό σύνολο της Ελλάδας η οποία βάζει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων και ανοίγει για πρώτη φορά στα ελληνικά εκδοτικά χρονικά το πολύπλοκο κεφάλαιο με τις ιδιαίτερες πολιτισμικές ταυτότητες που συνθέτουν το ομοιογενές παζλ της σημερινής ελληνικής κοινωνίας."
Το συγκεκριμένο φύλλο της 22ας Νοεμβρίου 2009 θα περιλαμβάνει επίσης και το DVD με το ντοκυμαντέρ του Μορφωτικού Συλλόγου Σαρακατσάνων Θράκης με τίτλο "Οι Σαρακατσάνοι της Θράκης".
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009
Τζον Κάμπελ - Ένας Βρετανός Σαρακατσάνος
Ο Τζον Κάμπελ που πέθανε σε ηλικία 86 ετών, στις 5 Σεπτεμβρίου 2009, μάλλον είναι άγνωστος στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων. Οι Έλληνες όμως, κάθε άλλο παρά άγνωστοι υπήρξαν για τον Βρετανό ανθρωπολόγο και ιστορικό που επικέντρωσε το επιστημονικό του ενδιαφέρον, αλλά και μεγάλο τμήμα της ζωής του, στην Ελλάδα και στις συμβολικές αξίες και την πραγματικότητα της χώρας μας, κατά τη δεκαετία του 1950 και έπειτα.
Επίκεντρο της έρευνας του Τζον Κάμπελ δεν υπήρξε κάποια κοινότητα στο βρετανικό νησί αλλά η Πίνδος και τα Ζαγοροχώρια. Εκεί, πριν από 60 περίπου χρόνια, εντρύφησε στην κοινότητα των Σαρακατσάνων, επιδιώκοντας να κατανοήσει και να καταγράψει τις κοινωνικές δομές και το σύστημα αξιών αυτής της ορεσίβιας κοινότητας βοσκών.
Στην απόπειρά του, ο Κάμπελ προσέκρουσε σε ένα σχεδόν απροσπέλ
αστο εμπόδιο: πώς θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια καθαρά παραδοσιακή κοινωνία αλλά και στις πεποιθήσεις και καθημερινές πρακτικές του γυναικείου πληθυσμού της. Απέναντι σε αυτήν τη δυσχερή πραγματικότητα, επιβεβαιώθηκε το πάνσοφο ρητό, σύμφωνα με το οποίο «πίσω από κάθε μεγάλο άντρα βρίσκεται μια μεγάλη γυναίκα».Η σύζυγος του Τζον Κάμπελ, Sheila, πέρασε πολύ χρόνο με τις Σαρακατσάνες ψήνοντας ψωμί και υφαίνοντας στον αργαλειό. Ο ίδιος ο Κάμπελ σημειώνει για τη σύζυγό του: «Κατά τη διάρκεια των γάμων όλοι ήταν περήφανοι για την επίδοσή της στους παραδοσιακούς «χορούς – δαχτυλίδια». Μόνο οι εχθροί μας έκαναν θέμα το γεγονός ότι άφηνε να φανούν λίγο οι αστράγαλοί της». Ο βρετανικός κυνισμός του Κάμπελ συνεχίζεται αμείωτος στην αφήγησή του: «η τρύπα της (αιδοίο) φάνηκε κρίσιμης σημασίας για τον ίδιο», προκειμένου να διαπεράσει το όριο που έθετε το φύλο του και να ανοίξει μια δίοδο επικοινωνίας με την κοινότητα των Σαρακατσάνων.
Η περίοδος κατά την οποία ο Βρετανός ανθρωπολόγος βρέθηκε στην Πίνδο, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, δεν διακρινόταν από ηρεμία και αίσθηση ασφάλειας, καθώς ο εμφύλιος μόλις είχε τελειώσει. Η συγκεκριμένη περιοχή αποτελούσε τότε μια απαγορευμένη στρατιωτική περιοχή. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Κάμπελ βρέθηκε να κατηγορείται ότι εργαζόταν ως πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η δουλειά του ήταν άλλωστε να κάνει ερωτήσεις και η βρετανική του κοψιά ξεχώριζε σαν τη μύγα μες το γάλα, ανάμεσα στους βοσκούς Σαρακατσάνους.
Η αποδοχή του από τις ελληνικές αρχές διαφοροποιούταν αναλόγως των εξελίξεων του Κυπριακού που αποτελούσε, εκείνη την εποχή, πηγή έντασης μεταξύ Ελλάδας και Μ. Βρετανίας. Για την ασφάλειά του φρόντιζε ο τότε Υπουργός Άμυνας και μετέπειτα Πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Παρόλα αυτά, το ζεύγος Κάμπελ εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα, παρέα με τους αρχαιολόγους από την Βρετανική Σχολή Αθηνών.

Το βιβλίο του Τζόν Κάμπελ Honour, Family and Patronage: A Study of Institutions and Moral Values in a Greek Mountain Community (1964), δημιούργησε νέες προοπτικές επί της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής, τόσο για τους ιστορικούς όσο και για τους κοινωνικούς επιστήμονες. Ακόμη και σήμερα θεωρείται ένα πρότυπο εθνογραφικό κείμενο.
Η σχέση του όμως με την Ελλάδα δεν θα εξαντλούνταν στη μελέτη της κοινωνίας των βοσκών των Ζαγοροχωριών. Λίγα χρόνια μετά, θα διατελέσει προσωρινός διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, όπου και θα έχει την ευκαιρία να συνεργαστεί με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Παρά τις συμποσιακού χαρακτήρα συζητήσεις με τον μετέπειτα Πρωθυπουργό, ο Κάμπελ δεν δίστασε να δηλώσει «ότι για τον Ανδρέα δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις και θεωρούσε ότι κατά τα χρόνια της εξουσίας του έκανε ελάχιστες μεταρρυθμίσεις».
Η συναναστροφή του αυτή αλλά και η γενικότερη εμπειρία του από την Ελλάδα οδήγησαν στη συγγραφή ενός νέου βιβλίου, σε συνεργασία με τον Sherrard, με τίτλο «Σύγχρονη Ελλάδα» (Modern Greece, 1968). Ένα βιβλίο που καλύπτει τόσο την πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας μας όσο και θέματα κουλτούρας και θρησκείας.
Γεννημένος στις 24 Ιανουαρίου του 1923, ο Τζόν Κέννεντυ Κάμπελ, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1944, επιχειρώντας υπό τον στρατηγό Σκόμπυ, εναντίον του ΕΛ.Α.Σ. κατά τα Δεκεμβριανά. Προτού αποχωρήσει από την Ελλάδα μετά τη λήξη του εμφυλίου, εξερεύνησε πλήθος περιοχών σε Εύβοια και Πελοπόννησο. Κάπου εκεί, μπήκε μέσα του το μικρόβιο που θα οδηγούσε στη μετέπειτα μελέτη των Σαρακατσάνων στην Πίνδο αλλά και στη γενικότερη ενασχόλησή του με την Ελλάδα. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και η φτώχεια που μάστιζε την ελληνική περιφέρεια ήταν αρκετά για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του Άγγλου επιστήμονα. Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, ο Κάμπελ αφοσιώθηκε στην Αρχαιολογία και την Ανθρωπολογία, βρισκόμενος στην Οξφόρδη, όπου επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον σπουδαίο ανθρωπολόγο Evans – Pritchard και συνεργάστηκε με τον Κύπριο καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας Ιωάννης Περιστιάνη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποφάσισε να εφαρμόσει τις τότε μεθόδους της κοινωνικής ανθρωπολογίας στις μεσογειακές κοινωνίες, όπως αυτή των Σαρακατσάνων.
Πηγές : Το άρθρο αυτό το βρήκαμε στην ιστοσελίδα www.enfo.gr. Πρωτογενή πηγή είναι η εφημερίδα Telegraph
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού "Τα Σαρακατσιάνικα τσελιγκάτα του Βερμίου και η ζωή στις στάνες τους"
Το Σάββατο 25 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε με εξαιρετική επιτυχία στην κατάμεστη αίθουσα του Δημοτικού περίπτερου της ΕΛΗΑΣ στη Βέροια η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κατσαρού "Τα Σαρακατσιάνικα τσελιγκάτα του Βερμίου και η ζωή στις στάνες τους".
Η εκδήλωση οργανώθηκε από τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας "ΟΙ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΙ" ο οποίος είναι και ο εκδότης του βιβλίου και τελούσε υπό την αιγίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας.
Στην εκδήλωση παρευρέθησαν ο Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας ως Εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, ο Νομάρχης Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδης Κώστας, οι Βουλευτές Ημαθίας κ Τσαβδαρίδης Λάζαρος, Φωτιάδης Ηλίας και Χαλκίδης Μιχάλης, ο πρώην Βουλευτής και Ευρωβουλευτής κ. Βλαχόπουλος Δημήτριος, ο Αντινομάρχης Λάρισας κ. Ντόκος Βασίλειος, ο Δήμαρχος Μελίκης και Πρόεδρος της ΤΕΔΚ Ημαθίας κ. Καρέλης Κωσταντίνος, ο Δήμαρχος Αντιγοννιδών κ. Στεργιόπουλος Γρηγόρης, ο Δήμαρχος Δοβρά κ. Τσιούντας Χρήστος, ο Αντιδήμαρχος Λάρισας κ. Σαμουρέλης Κωνσταντίνος, ο Αντιδήμαρχος Βέροιας κ. Μαυροκεφαλίδης Παναγιώτης, οι Νομαρχιακοί Σύμβουλοι Ημαθίας κ. Μαρκοβίτης Αντώνιος και Σούρλας Κωνσταντίνος (ο οποίος είναι και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου), ο Δημοτικός Σύμβουλος Βέροιας κ. Σακαλής Μιχάλης, ο κ. Σιδηρόπουλος Ορέστης Σύμβουλος του Νομάρχη Ημαθίας και δάσκαλος σε Σαρακατσάνικο σχολείο σε νεαρή ηλικία, ο κ. Φράγκος Χρήστος Πρόεδρος των Εφέδρων Αξιωματικών Ημαθίας, ο κ. Γεωργάκης Νίκος Προιστ
Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε το μέλος του συλλόγου και αντιπρόσωπος στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων (Π.Ο.Σ.Σ.) Γιώργος Κολοβός ο οποίος παρουσίασε τους ομιλητές της εκδήλωσης.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Καραγιάννης Στέργιος ο οποίος αφού καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους έκανε μια σύντομη εισαγωγή εξηγώντας το σκεπτικό με το οποίο το Δ.Σ. του Συλλόγου ανέλαβε αυτό το εγχείρημα.
Μετά τον Πρόεδρο του Συλλόγου την εκδήλωση χαιρέτησε ο Νομάρχης Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδης Κώστας ο οποίος αφού συνεχάρη τον συγγραφέα και το Σύλλογο υποσχέθηκε την αγορά ενός σημαντικού αριθμού βιβλίων από τη Νομαρχία.
Πρώτος μίλησε ο Αντιπρόεδρος της Βουλής κ. Σούρλας Γεώργιος ο οποίος μεγάλωσε σε Σαρακατσάνικη στάνη και γνωρίζει την ζωή του Σαρακατσάνικου τσελιγκάτου από πρώτο χέρι. Ο κ. Σούρλας συνεχάρη το κ. Κατσαρό για το έργο του και κατέθεσε τις δικές του προσωπικές εμπειρίες από την ζωή στη στάνη.
Στη συνέχεια μίλησε ο κ. Καψάλης Γεώργιος, Καθηγητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ο κ. Καψάλης προέβη σε μία διεξοδική παρουσίαση του βιβλίου με έναν ομολογουμένως απολαυστικό τρόπο. Ο κ. Καψάλης συγγραφέας και ο ίδιος με πλούσιο συγγραφικό έργο αλλά και Σαρακατσάνος στην καταγωγή αποδείχθηκε ο πλέον κατάλληλος παρουσιαστής του βιβλίου του κ. Κατσαρού.
Το λόγο έλαβε στη συνέχεια ο κ. Χιονίδης Γεώργιος, πρώην Βουλευτής, Ιστορικός και συγγραφέας με συγγραφική δραστηριότητα σχετική με την Βέροια και την περιοχή της Ημαθίας. Ο κ. Χιονίδης συνέδεσε την ιστορική παρουσία των Σαρακατσάνικω
Τέλος τον λόγο έλαβε ο ίδιος ο συγγραφέας ο οποίος και αφού ευχαρίστησε όλους τους ομιλητές, εξήγησε τους λόγους οι οποίοι τον ώθησαν στη συγγραφή αυτού του έργου ενώ συνεχάρη και το Σύλλογο για την πρωτοβουλία του και ευχήθηκε η προσπάθεια του Συλλόγου να βρεί μιμητές.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ"
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του βιβλίου του
πρώην Αντιπροέδρου της Βουλής, προέδρου του ΕΛΓΑ
ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ
το Σάββατο 25 Ιουλίου 2009 και ώρα 07:30 μ.μ.
ΣΟΥΡΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ........Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων
ΚΑΨΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ......Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλολογίας του Παν. Ιωαννίνων
ΧΙΟΝΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ.......Ιστορικός, Συγγραφέας
ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΝΙΚΟΣ........... Συγγραφέας του βιβλίου
Έκδοση βιβλίου του Νίκου Κατσαρού από τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Ημαθίας
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Ημαθίας προχωρά στην έκδοση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού (πρώην Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων και νυν Προέδρου του ΕΛΓΑ) με τίτλο ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ. Το βιβλίο βρίσκεται ήδη στο τυπογραφ
είο και θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά το Σάββατο 25 Ιουλίου στη Βέροια.Στις 432 σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας παρουσιάζει την ζωή των Σαρακατσάνων στα τσελιγκάτα και την οργάνωσή της. Μεταφέρει την προσωπική του εμπειρία από την ζωή στη στάνη και την καθημερηνότητά της. Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης, για την προσφορά των τσελιγκάτων στους αγώνες του έθνους. Ένα μεγάλο κομμάτι του βιβλίου επιχειρεί να καταγράψει αναλυτικά τα τσελιγκάτα του Βερμίου ένα προς ένα με τους ανθρώπους που τα συγκροτούσαν. Παρατίθενεται προσωπικές εμπειρίες διαφόρων Σαρακατσάνων που μεγάλωσαν στα τσελιγκάτα του Βερμίου.
Ακολουθεί ολόκληρος ο πρόλογος του Συλλόγου στο βιβλίο.
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας «Οι Σταυραετοί» έχει έδρα την Αλεξάνδρεια και μέλη Σαρακατσάνους από όλη την Ημαθία.
Πολλοί από τους Σαρακατσάνους του νομού μας εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Βερμίου και στον κάμπο της Ημαθίας προερχόμενοι από τα τσελιγκάτα του Βερμίου. Άλλωστε η Βέροια, πρωτεύουσα του Νομού μας, ήταν πόλη αναφοράς, επισκέψεων και συναλλαγών όλων των Σαρακατσάνικων τσελιγκάτων του Βερμίου.
Με τη σκέψη ότι και ο Σύλλογός μας, έχει την ιερή υποχρέωση αλλά και τιμή να τιμήσει τους τσελιγκάδες αλλά και όλους τους Σαρακατσάνους του Βερμίου που συγκροτούσαν τις στάνες τους και σκόρπιζαν ζωή, χάρη και ομορφιά στα πανέμορφα απέραντα λιβάδια του, προτείναμε στον πρώην Αντιπρόεδρο της Βουλής και νυν Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α. να αναλάβουμε εμείς την έκδοση του νέου βιβλίου του με τίτλο «ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ».
Η πρότασή μας έγινε δεκτή από τον κ. Κατσαρό, ο οποίος μάλιστα μας εκχώρησε την εμπορική εκμετάλλευση της πρώτης έκδοσης του έργου. «Δεν έχω άλλο τρόπο βοήθειας προς το Σύλλογό σας, του οποίου άλλωστε θα ήμουν μέλος κι εγώ αλλά κι όλοι οι Σαρακατσάνοι του Βερμίου, αν υπήρχε στα χρόνια εκείνα που είχαμε κατακλύσει το Βέρμιο», μας είπε.
Αναλάβαμε την έκδοση του βιβλίου, όταν μάθαμε το περιεχόμενό του, στην προσπάθεια του Συλλόγου μας να συμβάλουμε κι εμείς στη διατήρηση ζωντανής της Σαρακατσάνικης παράδοσης. Να γίνουν γνωστά και στις νεότερες γενιές τα ελληνικότατα ή
θη και έθιμά μας, οι ακατάλυτες ελληνικότατες αρχές και αξίες που καλλιεργήθηκαν στις Σαρακατσάνικες στάνες του Βερμίου. Οι Σαρακατσάνικες κτηνοτροφικές νομαδικές οικογένειες, απόγονοι των νομαδικών κτηνοτροφικών φύλων της Αρχαίας Ελλάδας, οργανωμένοι στον επιτυχημένο θεσμό του τσελιγκάτου, όπως αποδεικνύεται από τη μακροζωία του, ζώντας αποκλειστικά μόνο στο δικό τους περιβάλλον και εφαρμόζοντας με θρησκευτική ευλάβεια την ενδογαμία, κατάφεραν να διατηρήσουν ατόφιες τις ρίζες της αρχαιοελληνικής τους γλώσσας, αδιαπραγμάτευτη την ελληνική εθνική τους συνείδηση, φλογερή την αγάπη τους για την ελληνική τους πατρίδα. Κι όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι για το Έθνος μας, πρωτοστάτησαν σε αγώνες και θυσίες για τη λευτεριά του και για την απόκρουση κάθε επιβολής της ακεραιότητας της ελληνικής τους πατρίδας. Το Βέρμιο, που φιλοξενεί Σαρακατσάνους νομάδες Έλληνες κτηνοτρόφους από αμνημόνευτα χρόνια, ιδιαίτερα στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα ήταν το πεδίο συγκρούσεων και μαχών, στις οποίες είχαν τη συμμετοχή τους και τα Σαρακατσάνικα τσελιγκάτα, όπως αναλυτικά αναφέρει στο βιβλίο του ο κ. Κατσαρός.
Ζώντας εμείς οι Σαρακατσάνοι της Ημαθίας στους πρόποδες και τη σκιά του ιερού αυτού βουνού της Μακεδονίας μας, θελήσαμε να έχουμε κι εμείς συμβολή στην κυκλοφορία αυτού του βιβλίου. Ενός βιβλίου που αναδεικνύει το θεσμό του τσελιγκάτου, τη ζωή στις στάνες του, την ιστορία των νομαδικών μετακινήσεων των Σαρακατσάνων ανά τους αιώνες, την προσφορά τους στους αγώνες του Έθνους και περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα λιβάδια του, τα τσελιγκάτα που τα νέμονταν και τις στάνες που τα αποτελούσαν.
Πιστεύουμε ότι η απόφασή μας και η πραγμάτωσή της συμβάλλει αποφασιστικά στη γνώση της ιστορίας του τόπου μας. Θεωρούμε πως έτσι συνδράμουμε στην καλύτερη γνωριμία από το λαό μας, και ιδιαίτερα από τις νεότερες γενιές, της ζωής των ανθρώπων που ήταν σπαρμένοι στις βουνοκορφές του. Με το έργο αυτό του κ. Κατσαρού τεκμηριώνουμε με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική παρουσία των Σαρακατσαναίων στην Μακεδονία και ειδικότερα στις βουνοκορφές του Βερμίου.
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
Η Σαρακατσάνα, Εικόνα και Λόγος

Το έργο θα παρουσιασθεί στην αίθουσα της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών (ΕΗΜ) αύριο, Τετάρτη στις 7 μ.μ. από την Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, τον Γεώργιο Καπρινιώτη Φιλόλογο Επίτ. Σχολικό Σύμβουλο και την Μαρίνα Βρέλλη- Ζάχου Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Χαιρετισμό θα απευθύνει η Γενική Γραμματέας Ισότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, κα Ευγενία Τσουμάνη.
Βασικό συστατικό του βιβλίου οι σπάνιες παλαιές φωτογραφίες που περιέχει, και με θεματική ευρύτητα η οποία καλύπτει όλους τους τομείς της προσφοράς, της θέσης και της δράσης της Σαρακατσάνας.
Οι φωτογραφίες αυτές, ερασιτεχνών φωτογράφων οι περισσότερες, ανώνυμων δημιουργών αλλά και μελετητών της Σαρακατσάνικης ζωής, ασπρόμαυρες αποτυπώσεις του παρελθόντος, παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες και τελικά προσφέρουν θετική γνώση σχετικά με τη ζωή των Σαρακατσάνων, τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας σ’ αυτήν.
Πηγές : Ιστολόγιο Λίγα απ' όλα & εφημερίδα Πρωϊνός Λόγος
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
Παρουσιάστηκε στην Αθήνα το βιβλίο του Ευριπίδη Μακρή "Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας"
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ
Ατόφια επί δύο αιώνες διατηρούν παράδοση και ελληνική γλώσσα!
Η παρουσίαση του σπουδαίου πονήματος πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στην Αθήνα στην αίθουσα εκδηλώσεων της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, η οποία φιλοξένησε την εκδήλωση.
Μια εκδήλωση - φόρος τιμής και αναφοράς στους απανταχού Σαρακατσάνους και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που ζουν και δημιουργούν σήμερα στη γείτονα χώρα. Το έργο τιμά κ
αι το συγγραφέα, στις φλέβες του οποίου κυλάει γνήσιο Σαρακατσάνικο αίμα και ο οποίος μέχρι τα 22 του χρόνια έζησε σε στάνες νομάδων που υπήρξαν και οι γονείς του.Μετά από κοπιαστική δουλειά, πολλά ταξίδια, συγκέντρωση διάσπαρτων στοιχείων, μαρτυριών, εγγράφων, συνεντεύξεων και συμμετοχή σε ημερίδες, συνέδρια και ομιλίες ο συγγραφέας παρέδωσε στους Σαρακατσάνους, τους Έλληνες και την Ιστορία ένα πόνημα επιστημονικά τεκμηριωμένο και αντικειμενικά δοσμένο για τον ξεριζωμό, την αποκοπή και τους λόγους που οδήγησαν μεγάλη μερίδα των Σαρακατσάνων στην οροσειρά και την κοιλάδα του Αίμου προς την πλευρά της Βουλγαρίας.
Αδιάψευστα και αναμφισβήτητα επίσημα έγγραφα καταγράφουν και μαρτυρούν το διάβα των συμπατριωτών μας στην όμορη χώρα την εποχή κατά την οποία βρισκόταν και η ίδια υπό οθωμανική κατοχή, τη συγκρότηση αμιγών χωριών από τους ίδιους, την προέλευσή τους, τις οικογενειακές ρίζες στην πατρώα Ελληνική γη, το ρίζωμά τους μακριά από τις πατρογονικές εστίες, την προσφορά τους στην ντόπια οικονομία και κοινωνία και τη χαριστική βολή που δέχτηκαν από το Βουλγαρικό κράτος το 1958, όταν κρατικοποιήθηκαν τα κοπάδια τους, γεγονός που στάθηκε αφορμή να καταργηθούν συνήθειες νομαδικής ζωής εκατοντάδων χρόνων.
Παρ’ όλα αυτά όμως, εξακολουθούν να διατηρούν αρκετά από τα παλιά τους έθιμα, αλλά πρωτίστως άριστες σχέσεις με τους αδελφούς Σαρακατσάνους της κοιτίδας τους στην Ελλάδα. Μιας σημαντικής και δυναμικής μερίδας του λαού μας που τόσα έχουν προσφέρει και προσφέρουν στον τόπο μας.
Στην επιτυχημένη από πλευράς συμμετοχής και παρουσίασης του βιβλίου εκδήλωση χαιρέτισαν εκ μέρους των συνδιοργανωτών ο Έφορος Τύπου της Πανηπειρωτικής κ. Κ. Κωνής, ο πρόεδρος της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου κ. Δ. Λ. Τάγκας και ο πρόεδρος του Πανελλαδικού Συλλόγου Σαρακατσαναίων Αθηνών-Πειραιώς κ. Γ. Τιμπαλέξης.
Επίσης ο βουλευτής Β’ Αθηνών και Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας κ. Λ. Ζαγορίτης, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στην ίδια εκλογική περιφέρεια, πρώην υπουργός Παιδείας κ. Π. Ευθυμίου και ο πρωη αντιπρόεδρος της Βουλής, πρόεδρος του ΕΛΓΑ κ. Ν. Κατσαρός.
Για το περιεχόμενο του βιβλίου, τη σπουδαιότητα, τη χρησιμότητα και το έργο του συγγραφέα μίλησαν ο καθηγητής Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης και ο καθηγητής Φιλολογίας κ. Θεόδωρος Γόγολος. Τέλος τη μαρτυρία του και τις ευχαριστίες προς όλους όσοι τον βοήθησαν στην περάτωση του έργου του, καθώς και προς τους οικοδεσπότες και τους παρευρισκόμενους κατέθεσε ο συγγραφέας.
Την παρουσίαση συντόνιζε η δημοσιογράφος κ. Ελένη Ζήγου.
Πηγή : ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
Η παρουσίαση έγινε Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009 και συνδιοργανώθηκε από την Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Ελλάδος τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Ηπειρωτών Αθήνας και τον Πανελλαδικό Συλλογο Σαρακατσαναίων Αττικής και Πειραιώς.
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008
Παρουσιάστηκε το βιβλίο του Γεωργίου Σούρλα στην Ξάνθη & στην Κομοτηνή
Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης τριάντα χρόνων από την ίδρυση του Συλλόγου Σαρακατσάνων Ξάνθης, πραγματοποιήθηκε ημερίδα που ήταν
Εκδήλωση μνήμης και τιμής
Παρουσιάστηκε το βιβλίο του Γ. Σούρλα για τους ήρωες του 1940, ενώ όλοι οι ομιλητές αναφέρθηκαν σε ιστορικές μνήμες των Σαρακατσάνων
Στην ημερίδα που προηγήθηκε του παραδοσιακού σαρακατσάνικου γλεντιού,απηύθυναν χαιρετισμό ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Α. Κοντός, ο βουλευτής Ξάνθης, κ. Π. Σγουρίδης, ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ξάνθης και Περιθεωρίου, κ. Παντελεήμων, ο Δήμαρχος Βιστωνίδας, κ. Ν. Ζλάτκος και ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σαρακατσάνων, κ. Κ. Λειβαδίτης. Διαβάστηκε επίσης χαιρετισμός του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κ. Γ. Σουφλιά, ο οποίος δεν μπόρεσε να παραστεί στην εκδήλωση.
Στην έναρξη της ημερίδας παρουσιάστηκε το βιβλίο του Α΄ Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων, κ. Γεωργίου Σούρλα, με τίτλο «Οι ήρωες του 1940 περιμένουν», ο οποίος ήταν παρών, το οποίο αναφέρεται στο θέμα των επτά χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα έξι πεσόντων Ελλήνων μαχητών του Ελληνοαλβανικού μετώπου, οι οποίοι παραμένουν, εξήντα οκτώ χρόνια μετά, είτε άταφοι είτε προσωρινά θαμμένοι. Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε από τον Δήμαρχο Ξάνθης, κ. Μ. Στυλιανίδη.
Στην συνέχεια τον λόγο πήραν κατά σειρά ο κ. Ιωάννης Κουτσοκώστας, Διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας Γιαννιτσών, ο οποίος αναφέρθηκε στη συμβολή των Σαρακατσάνων στο Μακεδονικό Αγώνα, ο κ. Αντώνιος Σκευάς, καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και ο κ. Τσαούσης Βασίλειος, Πρόεδρος του Λαογραφικού Μουσείου Σαρακατσάνων στις Σέρρες, οι οποίοι μίλησαν για την οριστική αστικοποίηση των Σαρακατσάνων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και την μέχρι και σήμερα πορεία τους, καθώς και ο κ. Νικόλαος Λεοντής, Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ξάνθης και τέως Πρόεδρος του Δ. Σ. του Συλλόγου Σαρακατσάνων Ξάνθης, ο οποίος έκανε μία εκτενή αναφορά στην πορεία του Συλλόγου, από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα.
Την εκδήλωση έκλεισε η τιμητική βράβευση του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, το οποίο, για την ιστορία, αποτελούσαν οι κύριοι Π. Γκοντόλιας, Χ. Κούτρας, Ι. Τάσσος, Κ. Μπουρντούνης και Δ. Μπίκος, στις πρώτες αρχαιρεσίες του Συλλόγου, που έγιναν το 1979.
Γιώργος Συληγαρδάκης
syligardakisg@yahoo.gr
Πηγή : Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ
Με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία παρακολούθησε το κοινό της Κομοτηνής -σε μια κατάμεστη αίθουσα του Ιδρύματος Παπανικολάου- την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων Γεώργιου Σούρλα «Οι ήρωες του 1940 περιμένουν», που έγινε με πρωτοβουλία της Νομαρχίας Ροδόπης, του Δήμου Κομοτηνής και του Συλλόγου Σαρακατσάνων Θράκης.
Εντός του Δεκεμβρίου, όπως τόνισε ο συγγραφέας του βιβλίου, θα υπογραφεί -από τους αρμόδιους υπουργούς- το κείμενο του Πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας που περιλαμβάνει τη λειτουργία δύο Στρατιωτικών νεκροταφείων στην Κλεισούρα και στο Βολιαράτη, καθώς και την περισυλλογή των οστών των πεσόντων. Επίσης, θα στηθεί και Μνημείο Πεσόντων στο Καλπάκι, με τα ονόματα όλων των 13.936 πεσόντων στο μέτωπο της Αλβανίας.
Την πρόταση για την τοποθέτηση επιτύμβιας στήλης θα προτείνει στο Νομαρχιακό Συμβούλιο ο νομάρχης Ροδόπης Άρης Γιαννακίδης, όπου θα συμπεριληφθούν τα ονόματα των ηρώων που κατάγονται από την Ροδόπη. Ο Δήμος Κομοτηνής, από πλευράς του, θα αγοράσει αντίτυπα για την Δημοτική Βιβλιοθήκη αλλά και για τις σχολικές βιβλιοθήκες.
Ως ένα μνημόσυνο για τους 13.936 νεκρούς πολεμιστές του Ελληνοιταλικού πολέμου στα βουνά της Αλβανίας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η εξαιρετική εκδήλωση που έγινε προχθές στην πόλη μας, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Οι ήρωες του ‘40 περιμένουν» που έγραψε ο β΄ αντιπρόεδρος της Βουλής Γεώργιος Σούρλας.
Εξήντα οκτώ χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και οι χιλιάδες νεκροί μας, άταφοι οι περισσότεροι (οι 8.000 περίπου), εγκαταλελειμμένοι στα πεδία των μαχών, ακόμα περιμένουν δικαίωση από την πατρίδα. Μαζί μ’ αυτούς και οι συγγενείς τους που δεν έχουν πού ν’ ανάψουν ένα κερί και ένα καντήλι στη μνήμη τους.
Αυτό το θέμα που αποτελεί εκκρεμότητα της χώρας μας πραγματεύεται στο βιβλίο του ο κ. Σούρλας το οποίο γράφτηκε με αφορμή ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε πριν από μερικά χρόνια ο βουλευτής και αντιπρόεδρος της Βουλής από έναν βορειοηπειρώτη, ο οποίος του είπε ότι δεν αντέχει άλλο να οργώνει το χωράφι του στην Αλβανία και να θρυμματίζονται κόκαλα και κρανία Ελλήνων πολεμιστών που απέμειναν άταφοι, ή στοιβαγμένοι σε ομαδικούς τάφους.
Γεώργιος Σούρλας: «Εθνική εκκρεμότητα οι άταφοι ή προσωρινά θαμμένοι ήρωες»
Ο κ. Σούρλας, μιλώντας για το βιβλίο του αυτό, τόνισε μεταξύ άλλων ότι «ήρωες δεν είναι μόνο οι επικεφαλείς αξιωματικοί. Ήρωες είναι εκείνοι οι οποίοι υπερβαίνουν το ανθρώπινο, θυσιάζονται για την πατρίδα, για τα ιδανικά. Κατά το έπος του ΄40 βρήκαν την πλήρη έκφρασή τους τα ιδανικά της φυλής μας, η ομοψυχία, η αυτοθυσία, η αυταπάρνηση και η προσφορά για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Οι ήρωες αυτοί, κατά τον ίδιο, βρίσκονται στην κορυφή όλων εκείνων των αγωνιστών στην παγκόσμια κοινότητα.
Όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, δηλαδή μια εθνική εκκρεμότητα με τις κυβερνήσεις Ελλάδας-Αλβανίας να μην υπάρχουν στρατιωτικά νεκροταφεία, με αποτέλεσμα να παραμένουν άταφοι 7.976 πεσόντες. «Πρόκειται για εθνική εκκρεμότητα με τους πεσόντες να παραμένουν άταφοι ή προσωρινά θαμμένοι στους ομαδικούς τάφους για 68 ολόκληρα χρόνια. Τι κάνουμε όμως από κει και πέρα; Στο βιβλίο μου προσπάθησα να αναδείξω αυτή την εθνική εκκρεμότητα και προς την ελληνική πλευρά, αλλά ιδιαίτερα προς την αλβανική πλευρά που φιλοδοξεί να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μίλησα στον πρόεδρο της Αλβανίας αλλά και στον πρωθυπουργό και στον αρμόδιο υπουργό ρωτώντας πώς μπορούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή οικογένεια όταν έχουν ομαδικούς τάφους στην Πρεμετή με 1.400, στην Κλεισούρα με 400 μαχητές. Η Κομοτηνή έδωσε σ’ αυτή τη θυσία των 7.976 πάνω από 203 πολεμιστές και πόσοι άλλοι που πέθαναν στη συνέχεια. Πόσοι απ’ αυτούς δεν τιμήθηκαν όταν επέστρεψαν και πόσο τα παιδιά τους δεν έτυχαν αυτής της μίας επιβράβευσης, όπως γινόταν στην αρχαία Ελλάδα, όπως η θρησκεία μας το υπαγορεύει και ο πατριωτισμός το επιβάλλει».
Δικαιώνονται οι προσπάθειες μετά από 68 χρόνια…
Όμως, θα πάψει να ισχύει αυτή η εκκρεμότητα, σύμφωνα με τον κ. Σούρλα, καθώς εντός του Δεκεμβρίου θα υπογραφεί -από τους αρμόδιους υπουργούς- το κείμενο του Πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας που περιλαμβάνει τη δημιουργία δύο Στρατιωτικών νεκροταφείων στην Κλεισούρα και στο Βολιαράτη, καθώς και την περισυλλογή των οστών των πεσόντων.
Επίσης, θα στηθεί και Μνημείο Πεσόντων στο Καλπάκι, με τα ονόματα όλων των 13.936 πεσόντων στο μέτωπο της Αλβανίας. «Όταν για πρώτη φορά ένας συμπατριώτης μου είπε ότι δεν θέλει τίποτα περισσότερο να γίνει παρά να υπάρχει ένα μνημείο όπου θα μπορούσε να διαβάσει το όνομα του πατέρα του, τότε αφυπνίστηκα και είδα ότι δεν υπάρχει μνημείο για τους πεσόντες. Γι’ αυτή την εκκρεμότητα κάναμε τον αγώνα μας. Το Υπουργείο Άμυνας αποφάσισε να γίνει το Μνημείο στο Καλπάκι. Τα πρώτα χρήματα προέρχνοται από τα έσοδα του βιβλίου. Στη Βουλή ανακοίνωσαν το ποσό των 500.000 ευρώ, ενώ υπάρχει μια προσφορά των 300.000 ευρώ από τα Γιάννενα», είπε ο κ. Σούρλας υπογραμμίζοντας ότι πέραν από την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων, «πρέπει να είμαστε αντάξιοι των αγώνων, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να αγαπάμε την πατρίδα, να υπηρετούμε τον τόπο, να αφήσουμε τα μικροκομματικά μας, τα ανούσια, τα ανέντιμα και να ετοιμάσουμε το έδαφος στη νέα γενιά να πορευθεί καλύτερα από εμάς».
Ευριπίδης Στυλιανίδης: «Το θέμα πρέπει να ευαισθητοποιεί τον κάθε Έλληνα»
Στην εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης παραβρέθηκε ο υπουργός Παιδείας Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο οποίος τόνισε τη σημαντική προσφορά του αντιπροέδρου της Βουλής Γεώργιου Σούρλα στα εθνικά ζητήματα. «Η αναφορά του στα εθνικά ζητήματα είναι συνεπής σ’ όλα αυτά τα χρόνια και το θέμα το οποίο αγγίζει σήμερα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και νομίζω ότι θα πρέπει να ευαισθητοποιεί τον κάθε Έλληνα».
Ο κ. Στυλιανίδης ανέφερε ότι ήδη έχουν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την αλβανική κυβέρνηση και είναι σημαντικό, σύμφωνα με τον ίδιο, να αναγνωριστεί το DNA των οστών των πεσόντων Ελλήνων -που έχασαν τη ζωή τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κλεισούρα και σε άλλα σημεία της Αλβανίας- και να αποδοθεί η πρέπουσα τιμή σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους. «Είναι διπλά σημαντικό κάθε φορά να σεβόμαστε αυτούς οι οποίοι πάλεψαν για εμάς, να τους αποδίδουμε την πρέπουσα τιμή για να υπενθυμίζουμε στις νεότερες γενιές τι θα πει να αγαπάς πραγματικά την πατρίδα σου και την ελευθερία».
Δηλώσεις των τοπικών φορέων
«Σημαντική» χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης-Έβρου Γεώργιος Μηνόπουλος την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του αντιπροέδρου της Βουλής Γεωργίου Σούρλα, που αφορά «την εποποιία του ΄40 και κυρίως την μεγάλη μας ενοχή που ύστερα από πολλά χρόνια παραμένουν άταφα τα οστά πολλών ηρώων εκείνης της περιόδου, εκείνης της περιοχής».
Ο ίδιος πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις, έτσι ώστε «να είμαστε ενεργοί, να είμαστε μπροστάρηδες για να αποκατασταθεί ένα έλλειμμα τιμής, ένα έλλειμμα ηθικής, ένα έλλειμμα αναγνώρισης μεγάλης θυσίας ανθρώπων, οι οποίοι έπεσαν για να ζούμε εμείς ελεύθεροι».
Ο νομάρχης Ροδόπης Άρης Γιαννακίδης, από πλευράς του, τόνισε ότι το βιβλίο του Γ. Σούρλα έρχεται να αποκαταστήσει μια διαχρονική ιστορική παράλειψη, «να προσδιορίσει, να ονοματίσει όλους εκείνους τους ήρωες-πολεμιστές του 1940 και να τους τιμήσει. Θεωρώ ότι αυτή η πρωτοβουλία του αντιπροέδρου της Βουλής θα στεφθεί με επιτυχία και οι λευκές σελίδες του βιβλίου του θα γεμίσουν με τα ονόματα των ηρώων-πολεμιστών. Επιτέλους, θα πρέπει το ελληνικό κράτος να τιμήσει αυτούς τους ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για την δημοκρατία και την ελευθερία». Την πρόταση για την τοποθέτηση επιτύμβιας στήλης θα προτείνει στο Νομαρχιακό Συμβούλιο ο κ. νομάρχης, όπου θα συμπεριληφθούν τα ονόματα των ηρώων που κατάγονται από την Ροδόπη.
«Σπουδαία» κίνηση αποτελεί η συγγραφή του βιβλίου του Γ. Σούρλα, σύμφωνα με τον δήμαρχο Κομοτηνής Δημήτρη Κοτσάκη, διότι «αφιερώνεται σ’ ένα κομμάτι της ιστορίας μας, των άταφων αγωνιστών του αλβανικού έπους, που πραγματικά πιστεύω ότι η πολιτεία θα πρέπει να μεριμνήσει προς αυτή την κατεύθυνση ώστε να γίνουν κοινοτάφια για να μπορούν οι μετέπειτα συγγενείς να βρίσκουν τους αγνοούμενους και τους άταφους».
Ο Δήμος Κομοτηνής θα αγοράσει αντίτυπα για την Δημοτική Βιβλιοθήκη αλλά και για τις σχολικές βιβλιοθήκες, διότι «θεωρούμε ότι είναι πολύ σπουδαίο το βιβλίο αυτό, το οποίο όχι μόνο αναφέρει πτυχές του αλβανικού έπους, αλλά και αναφέρεται ιδιαίτερα σ’ αυτό το πολύ σπουδαίο θέμα. Καλώ όλους να το διαβάσουν».
Μαρία Παπαδοπούλου
Πηγή : Παρατηρητής της Θράκης
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008
Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων
Ομιλία του Βασίλη Μόλαρη
Πρώτο Συνέδριο Σαρακατσαναίων Ελλάδος & Διασποράς
Αθήνα, 9 & 10 Μαρτίου 1996
Πολεμικό Μουσείο Αθηνών
Ακραιφνείς Έλληνες, με πανάρχαιες καταβολές είναι οι Σαρακατσάνοι όπως επισημαίνουν διαπρεπείς επιστήμονες, Έλληνες και ξένοι, όπως ο Δανός γλωσσολόγος Hoeg(1-13), η αείμνηστη Αγγελική Χατζημιχάλη(2), ο καθηγητής Ανθρωπολόγος, και πρόεδρος της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος, Άρης Πουλιανός(3), ο οποίος μάλιστα ανάγει τις καταβολές των Σαρακατσαναίων στην απώτερη Παλαιολιθική εποχή και τους θεωρεί τον αρχαιότερο λαό της Ευρώπης, και το πρώτο πελασγικό φύλο.
Οι καθηγητές Δημήτριος Θεοχάρης(4) και Σωτήρης Δάκαρης(5) σε αντίστοιχα έργα τους μας αναφέρουν ότι μετά την Παλαιολιθική εποχή, την εποχή του κυνηγού-θηρευτή την διαδέχεται η εποχή της νομαδικής κτηνοτροφίας, η ζωή πίσω από τα ζώα τα κοπάδια.
Ο εγκυρότατος ως σήμερα αρχαιοέλληνας ιστορικός Θουκυδίδης(6) μας αναφέρει ότι οι πρώτοι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι.
Πιστεύω ότι δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσουμε τους Σαρακατσάνους πρωτοέλληνες(7), διότι διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας αναλλοίωτοι, κυρίως όσον αφορά τον τρόπο ζωής των και την αυστηρή ενδογαμία πού κυριαρχούσε μεταξύ τους.
Ο νομαδικός τρόπος ζωής των Σαρακατσαναίων απαντάται και στην αρχαιότητα. Ο κόσμος του Ομήρου(8), όπως παρουσιάζεται στα έργα του, “ΙΛΙΑΔΑ” και ”ΟΔΥΣΣΕΙΑ”, είναι ο κόσμος πού βασίζεται κυρίως στην κτηνοτροφία, και στα έργα του βρίσκουμε πλήθος ομοιότητες στην κτηνοτροφική κυρίως ορολογία μεταξύ της Ομηρικής γλώσσας και αυτής των Σαρακατσαναίων.
Ο Σοφοκλής στο έργο του “ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ”(9) μας αναφέρει διάλογο βοσκών για εξαμηνιαίες μεταναστεύσεις κοπαδιών. Ο
Πίνδαρος(10) κάνει αναφορά για νομάδες κτηνοτρόφους στην Πίνδο, στην χώρα των Μολοσσών. Ο ιστορικός Στράβων(11) μας αναφέρει για νομάδες κτηνοτρόφους στα όρη της Ροδόπης στη Θράκη και μάλιστα τους αποκαλεί “καλυβήτες”. Ο ιστορικός και βιογράφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου Αρριανός(12), μας αναφέρει δια στόματος του Αλεξάνδρου ότι στα στρατεύματα των αρχαίων Μακεδόνων συμπεριλαμβάνονται και νομάδες της Μακεδονίας.Στους ίδιους χώρους όπου μας πληροφορούν οι αρχαιοέλληνες συγγραφείς ότι υπάρχει νομαδική κτηνοτροφία, ακριβώς στους ίδιους γεωγραφικούς χώρους συναντούμε και τους νομάδες κτηνοτρόφους Σαρακατσάνους, στην Πίνδο, στην Μακεδονία, στην Θράκη ως τα μέσα του αιώνα μας, όπου δεν έλειψε ο νομαδικός τρόπος ζωής.
Οι Σαρακατσαναίοι ανάλογα με τον τόπο όπου συνηθίζουν να ξεχειμωνιάζουν, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, παίρνουν και τον αντίστοιχο γεωγραφικό χαρακτηρισμό. Έτσι, τους χωρίζουμε σε τέσσερις μεγάλες ομάδες σε τέσσερις διαφορετικούς χώρους. Αυτούς πού συνήθιζαν να ξεχειμωνιάζουν στην Νότια Ελλάδα, προς την Πελοπόννησο (Μοριά) τους αποκαλούν “Μοραΐτες” και αυτούς πού ξεχείμαζαν προς το Ιόνιο της Ηπείρου “Ηπειρώτες”. Αυτούς πού ξεχείμαζαν στις πεδιάδες και στα παράλια προς την Κωνσταντινούπολη (Πόλη) τους αποκαλούν “πολίτες” και αυτούς πού ξεχειμωνιάζουν στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στα χειμαδιά στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής τους αποκαλούν “Κασσανδρινούς” Σαρακατσαναίους. Και σ’ αυτούς θα εστιάσουμε την προσοχή μας, Στους Σαρακατσαναίους “Κασσανδρινούς”, πού ζουν το νομαδικό τρόπο ζωής στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και μάλιστα όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω κινούνται ακριβώς στον ιστορικό γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.
Οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι ξεχειμωνιάζουν στα χειμαδιά Χαλκιδικής πέριξ του Πολυγύρου, στη Σιθωνία, την Κασσάνδρα, την Θέρμη, την Καλαμαριά κοντά στον Εχέδωρο ποταμό (Γαλλικό), στη Θεσσαλονίκη, στα παράλια του νομού Πιερίας, στους κάμπους του νομού Σερρών αλλά και στους κάμπους της περιοχής Γευγελής και Δοϊράνης.
Την Άνοιξη ανέβαιναν στα βουνά του Ολύμπου, Βερμίου, Πάϊκου, του ορεινού συγκροτήματος του όρους Βόρας Καϊμάκ - Τσαλάν), -οι βόρειες προεκτάσεις του οποίου φθάνουν ως την πόλη των αρχαίων Στοβών, πού σήμερα βρίσκονται στην επικράτεια του κρατιδίου των Σκοπίων-, στα βουνά Πισσοδερίου Φλώρινας, Περιστερίου και Κράβας στην περιοχή του Μοναστηρίου, στο Μπέλλες, στα Κρούσια, στο Λαϊλιά Σερρών κ.ά.
Η βίαιη μετανάστευση πολλών τσελιγκάτων από την Πίνδο κατά τα τελευταία 200 χρόνια στην περιοχή της Μακεδονίας αλλά και της Θράκης αύξησε τον αριθμό των Τσελιγκάτων πού προϋπήρχαν στην βόρεια Ελλάδα. Η αναζήτηση καλύτερων λιβαδιών και η ανεπάρκειά τους, οι κακοχειμωνιές και οι επιδημίες ανάγκασαν ένα σημαντικό αριθμό τσελιγκάτων να κινηθούν πολύ βορειότερα, προς τα βουνά της Σερβίας, και σύμφωνα με μαρτυρίες γερόντων η μετακίνηση προς τη Σερβία αρχίζει περίπου τη δεκαετία του 1880.
Τα τσελιγκάτα κινούνται βόρεια, από το Μοναστήρι στα βουνά της Στρούγκας, στα βουνά Τσούκα -περιοχή αρχαίας πόλης των Στόβων- βορειότερα στο όρος Mokra Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και ακόμη βορειότερα στην οροσειρά Kapaonik στο Κοσσυφοπέδιο. Μερικές φορές πήγαιναν ακόμα δυτικότερα προς την πόλη Σκόδρα της Αλβανίας.
Στα βουνά γύρω από την πόλη Nis, την πόλη του Leskovats, την πόλη του Pirot, στα βουνά Bello Palanka, Bello Polia, Kriva Palanka, και στις περιοχές ανατολικότερα πού σήμερα βρίσκονται στη βουλγαρική επικράτεια, Berkovitsa, Mihailvgrand, στα βουνά Peresi Vartor, στην περιοχή του Lom πού βρίσκεται κοντά στο Δούναβη, στα τριεθνή σύνορα Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας. Οι μετακινήσεις στις προαναφερόμενες περιοχές γίνονταν χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, μίας και ανήκαν στην ενιαία τότε Τουρκική Βαλκανική Επικράτεια, πού περιελάμβανε αυτές τις περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέφευγαν διάφορους φόρους -χαράτσια- πού τους επέβαλλαν οι Τούρκοι κατά τις μετακινήσεις τους αλλά και κατά τις ενοικιάσεις λιβαδιών.
Με την απελευθέρωση των Βαλκανίων από τους Τούρκους και με τη χάραξη νέων συνόρων στα Βαλκάνια, σύμφωνα με την Συνθήκη της 10/8/1913 του Βουκουρεστίου, οι Κασσανδρινοί Σαρακατσαναίοι βρίσκονται χωρισμένοι σε τρεις επικράτειες: της Ελλάδος, της Σερβίας και της Βουλγαρίας.
Οι αποκλεισμένοι Σαρακατσάνοι στις χώρες της Βουλγαρίας και Σερβίας απέκτησαν αργότερα τους ανάλογους γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς. Έτσι οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι της Θράκης απέκτησαν γεωγραφικό όρο “Βουλγαρινοί“ Σαρακατσαναίοι, το αντίστοιχο για τους Σαρακατσαναίους της Σερβίας, “Σερμπιάνους” και -επαναλαμβάνω- πρόκειται για καθαρά γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς,
Και είναι λυπηρό και λάθος να διαβάζουμε σήμερα σε έντυπα χαρακτηρισμούς όπως Σερβοσαρακατσάνοι, Βουλγαροσαρακατσάνοι, ή Σέρβοι Σαρακατσάνοι, και Βούλγαροι Σαρακατσάνοι, δίνοντας τροφή σε προπαγανδιστές πού δίνουν άλλες ερμηνείες του γεωγραφικού όρου. Το ορθότερο είναι νά λέμε Σαρακατσαναίοι της Σερβίας, ή της Βουλγαρίας. Οι Σαρακατσαναίοι του κράτους της Βασιλευόμενης Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας συνεχίζουν νά ασκούν τον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο ζωής και διατηρούν την Ελληνική ιθαγένεια.
Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι τους απαγόρευσαν νά περάσουν στην Ελληνική επικράτεια, διότι ήταν αρκετά χρήσιμα τα τσελιγκάτα με τις χιλιάδες αιγοπρόβατα και τα προϊόντα τους.
Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι κατά την δεκαετία του 1930 άρχισαν νά στρατεύουν τους Σαρακατσαναίους, όμως δόθηκαν κάποιες λύσεις, όπως η εξαγορά της θητείας επειδή ήταν Σέρβοι ως προς την εθνικότητα. Αξίζει νά αναφερθεί ότι η περιοχή της Νότιας Σερβίας, δηλαδή η περιοχή πού καταλαμβάνει το σημερινό κρατίδιο των Σκοπίων αποτελούσε ξεχωριστή επαρχία με την ονομασία Vardarska Banovina.
Οι Σαρακατσαναίοι τους εθνολογικούς διαχωρισμούς στην επαρχία αυτή της Vardarska Banovina τους έκαναν βάσει της γλώσσας την οποία μιλούσαν οι διάφορες λαότητες.
Τους ομιλούντες αλβανικά τους αποκαλούσαν Αλβανούς (Σκιπιτάρ), τους ομιλούντες σερβικά Σέρβους, τους ομιλούντες βουλγαρικά Βούλγαρους. Πουθενά δεν έβρισκαν “μακεδονική γλώσσα” ή “Μακεδονικό” έθνος. Αυτά ήταν νέα δημιουργήματα και εμφανίσθηκαν ευρέως μετά το 1940.
Η απαγόρευση φυγής Σαρακατσαναίων από την Σερβική επικράτεια και ο πάγιος σκοπός φυγάδευσης προς την Ελληνική επικράτεια, έκανε τους Σαρακατσαναίους να κινούνται κοντά στα Ελληνικά σύνορα(14), ώσπου οι συνθήκες επιτρέψουν τη διέλευσή τους στην πατρίδα.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον 1940, και την Γερμανική κατοχή, έρχεται και η Βουλγαρική κατοχή στην επαρχία Βαρδαρίου.
Οι Βούλγαροι επίσης δεν αφήνουν τους Σαρακατσαναίους νά εισέλθουν προς το χώρο της Ελλάδος, συγχρόνως φέρονται εχθρικά και λεηλατούν τσελιγκάτα, ήταν νωπές οι μνήμες από τον Μακεδονικό Αγώνα και η έντονη αντιπαράθεσή τους. Παρά την αυστηρή επιτήρηση των Βουλγάρων, 40 περίπου οικογένειες Σαρακατσαναίων κατά τα έτη 1942-1944 περνούν στο χώρο της Ελληνικής επικράτειας, είτε από την περιοχή του Γευγελή, είτε από τα βουνά της Βροντούς των Σερρών, και εγκαθίστανται στους νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών.
Με την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής έχουμε την ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών του Τίτο και την επαρχία της Vardarska Banovina την ανάγουν σε Δημοκρατία της “Μακεδονίας”.
Η επικράτηση του Τιτοϊκού καθεστώτος επιφέρει και τις ανάλογες κοινωνικές μεταβολές, πού επιβάλλονται με την δημιουργία των κολχόζ και των αυτοδιαχειριζόμενων συνεταιρισμών, όπως καθόριζε η ιδεολογία του σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού μοντέλου πού εφαρμόσθηκε από τον Τίτο.
Το 1946 γίνεται πρόταση από επίσημα όργανα του κράτους προς τους Σαρακατσαναίους για την δημιουργία κτηνοτροφικού συνεταιρισμού με επικεφαλής κάποιον Σαρακατσάνο πού θα επέλεγαν οι ίδιοι και θα φρόντιζε για τις ανάγκες και τη διάθεση των προϊόντων με το επίσημο κράτος. Όμως, απώτερος σκοπός ήταν νά συγκεντρώσουν τους Σαρακατσαναίους για νά τους ελέγχουν και νά δημεύσουν τα πρόβατά τους.
Οι Σαρακατσαναίοι φυσικά αρνήθηκαν και προσπαθούσαν νά βρουν τρόπο νά φύγουν για την Ελλάδα, ένα πάγιο αίτημά τους. Αρχές του 1948 ψηφίζεται ο περίφημος Νόμος 400 + 1 και αφορούσε τους κτηνοτρόφους.
Ο νόμος αυτός όριζε ότι σε όποιον είχε στην κατοχή του 400 + 1 πρόβατα θα γινόταν κατάσχεση των αιγοπροβάτων, ενώ για όσους δεν πληρούσαν το όριο των 400 δεν θα γινόταν κατάσχεση των προβάτων. Ο νόμος από την φύση του είχε κάποια δίκαια κοινωνικά κριτήρια, πού όμως δεν ίσχυαν για τους Σαρακατσαναίους για τον εξής λόγο: Σε κάθε τσελιγκάτο, υπεύθυνος της διαχείρισης ήταν ο Κεχαγιάς και στο όνομά του δηλωνόταν ο συνολικός αριθμός των αιγοπροβάτων του τσελιγκάτου και κάθε τσελιγκάτο ως ελάχιστο αριθμό αιγοπροβάτων είχε περί τα 1.500 κεφάλια.
Καταλαβαίνετε ότι γινόταν υπέρβαση του ορίου των 400 και έτσι γινόταν κατάσχεση των προβάτων.
Στις 25/3/48 η U.T.B. (η Μυστική Αστυνομία της Γιουγκοσλαβίας) μαζί με επίστρατους χωρικούς αρχίζουν την καταμέτρηση και προβαίνουν στην κατάσχεση όλων των κοπαδιών από τα σαρακατσάνικα τσελιγκάτα.
Έτσι από 200 οικογένειες κατάσχονται 40.000 αιγοπρόβατα και μαζί με αυτά και 20.000 αρνιά -ήταν μήνας Μάρτιος και τα πρόβατα είχαν ήδη γεννήσει.
Επίσης κατασχέθηκαν και 3.000 άλογα και μουλάρια, πού χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσάνοι για τις μετακινήσεις τους κατά το νομαδικό τρόπο ζωής τους. Στις οικογένειες πού γινόταν η κατάσχεση άφηναν για κάθε μέλος πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, τα οποία όμως μετά από έναν χρόνο τα κατάσχεσαν κι’ αυτά.
Κατά την καταμέτρηση όταν έλειπαν 10 ή 20 μονάδες για το όριο των 400 συμπληρώνονταν είτε με αριθμό αλόγων ή μουλαριών, ακόμα και με τσοπανόσκυλα(!), αρκεί να γινόταν η κατάσχεση.
Παρά τις αντίξοες συνθήκες 50 οικογένειες περίπου απέφυγαν την κατάσχεση των προβάτων τους, διότι προσκόμισαν έγγραφα με τα οποία αποδίδονταν κατά οικογένεια ο αριθμός των προβάτων και σ’ αυτό έπαιξαν ρόλο κάποιοι γραικομάνοι γραμματείς από διάφορα χωριά, κινούμενοι είτε από φιλικά αισθήματα προς τους Σαρακατσαναίους είτε κατόπιν δωροδοκίας.
Μετά την κατάσχεση οι Σαρακατσαναίοι βρίσκονται μαζεμένοι στην περιοχή του Γευγελή, με απώτερο σκοπό την φυγή τους προς την Ελλάδα.
Για τρεις μέρες θα βρεθούν φορτωμένα τα πράγματά τους και οι οικογένειές τους σε βαγόνια με προορισμό την Ελλάδα, αντί όμως για την Ελλάδα τους προόριζαν για εκτοπισμό και μάλιστα στην περιοχή της Βοϊβοντίνα κοντά στα ουγγρο-σερβικά σύνορα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα καταγγελιών από τους “Αιγαίους”, τους πολιτικούς πρόσφυγες από τον Ελλαδικό χώρο πού διεκήρυταν ότι οι Σαρακατσαναίοι είναι φανατικοί Έλληνες, ότι είναι μη αφομοιώσιμος πληθυσμός, συνεπώς εθνικά επικίνδυνοι και ύποπτοι για φυγή στην Ελλάδα.
Τελικά τους εκτοπίζουν 150 χιλιόμετρα βόρεια από τα Ελληνικά σύνορα, στο ορεινό συγκρότημα Osogoski Planina κοντά στην Κότσιανι στα Βουλγαρικά σύνορα. Έτσι βρίσκονται στις ορεινές τοποθεσίες Κίτκα, Λίσιτς, Πονίκφα, Καλίν - Κάμε, Λόπεν, Σέρενα Τσέσμα, Παντελέ να διαμένουν στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα και νά φυλάγουν τα ίδια τα πρόβατά τους πού έχουν κατασχεθεί, έγιναν δηλαδή υπάλληλοι στα κατασχεμένα κρατικά κοπάδια.
Οι Σαρακατσαναίοι, μαθημένοι νά ζουν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι στα βουνά με τον δικό τους τρόπο ζωής, βρέθηκαν, υπάλληλοι, εκτοπισμένοι και με κατασχεμένα τα κοπάδια τους. Η θλίψη τους πολύ μεγάλη και αυτόν τον καημό η Σαρακατσάνα μούσα τον αποθανάτισε με το εξής τραγούδι:
δένδρα μη μπουμπουκιάσετε, λουλούδια μαραθείτε
Κούκοι μη λαλήσετε και λόγγοι να βογγάτε
κι’ εσείς βρύσες, κρυόβρυσες νά μαυροφορεθείτε.
Γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους
τα πρόβατα τους πήρανε τα έμορφα μπινέκια
κι αυτούς τους ξενιτέψανε στην έρημη την Κότσιαν”
Με αφορμή το τραγούδι πρέπει νά επισημανθούν δύο σημεία:
Πρώτον, ότι οι Σαρακατσαναίοι τραγουδούσαν πάντα χορωδιακά , παραδοσιακά, με το στόμα όπως έλεγαν, και ποτέ δεν συνόδευε το τραγούδι τους μουσικό όργανο. Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων και της Σερβίας αγνοούσαν της συνοδεία κλαρίνου ή ορχήστρας στα τραγούδια τους και στους χορούς τους. Αυτά τα γνώρισαν για πρώτη φορά όταν ήρθαν στην Ελλάδα και ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτούς.
Δεύτερον, ότι στο προαναφερόμενο τραγούδι υπάρχει ο στίχος πού λέει “γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους”. Εδώ ο όρος βλάχος με μικρό βήτα αποδίδεται με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου πού σημαίνει τον κτηνοτρόφο πού εκτρέφει αιγοπρόβατα. Η ετυμολόγησή του προέρχεται από την Ομηρική λέξη βληχή - βλήχημα = (βέλασμα). Κατ’ επέκτασιν, βλήχοι - βλάχοι, αυτοί πού εκτρέφουν ζώα πού βλήχουν - βελάζουν.
Η βυζαντινή Άννα Κομνηνή στο έργο της “Αλεξιάς” μας το επιβεβαιώνει γράφοντας ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”.
Το καλοκαίρι του 1948 οι Σαρακατσαναίοι φυλάγουν τα κατασχεμένα πρόβατα, το φθινόπωρο τους κατεβάζουν σε διάφορα χωριά της περιοχής για νά ξεχειμωνιάσουν. Μερικούς τους εγκαθιστούν οικογενειακώς νά μείνουν σε σχολεία και τους περισσότερους τους εγκαθιστούνε σε σπίτια όπου συζούν μαζί με τους οικοδεσπότες.
Την άνοιξη του 1949 τους ξανανεβάζουν στα βουνά της περιοχής έως το φθινόπωρο νά φυλάγουν τα κοπάδια.
Το φθινόπωρο του 1949 φυγαδεύονται τα πρόβατα στο βουνό Morka Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους.
Τους Σαρακατσαναίους τους εγκαθιστούν διάσπαρτους σε διάφορα χωριά, ως μόνιμους κατοίκους και βάζοντάς τους να δουλεύουν σε γεωργικές πλέον εργασίες στα κολχόζ ή σε συνεταιρισμούς, τις ονομαζόμενες “μπρεγάδες”.
Οι 50 περίπου οικογένειες από τις οποίες δεν είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κινήθηκαν αρκετά νοτιότερα κοντά στα Ελληνικά σύνορα και συνέχισαν νά ασκούν τον κτηνοτροφικό νομαδικό τρόπο ζωής.
Όμως όλους αυτούς τους είχαν προμηθεύσει με ειδικές ταυτότητες πού πάνω φέρουν ένα Κάπα (Κ) πού σήμαινε Κοντρόλ = έλεγχος και ήταν υπό αυστηρή επιτήρηση. Σε όσους Σαρακατσάνους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, ο νόμος κατάσχεσης προέβλεπε ότι σε κάθε μέλος της οικογένειας έπρεπε νά κατανεμηθούν πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, όμως με την εγκατάστασή τους στα χωριά κατασχέθηκαν κι αυτά παρανόμως από κρατικά στελέχη, κάτω από απειλές.
Οι πρώτες εργασίες για ορισμένους Σαρακατσαναίους είναι ορύγματα για τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και τα ημερομίσθια ήταν μόνο το συσσίτιό τους.
Στα χωριά άρχισε και η εγγραφή τους στα κατά τόπους δημοτολόγια όπου πολλοί τους πολιτογραφούσαν παρά τη θέλησή τους ως “Μακεδόνες”, παράλληλα γίνονται και παραποιήσεις των επωνύμων τους με σλαβικές καταλήξεις -οφ, -εφ, -σκι, ενώ γινόταν και αντικατάσταση των κλασσικών επωνύμων με πατρώνυμα, ή ονόματα των παππούδων. Έτσι έχουμε το φαινόμενο τρία αδέλφια νά έχουν διαφορετικά επίθετα και το αντίστροφο, ένα άτομο νά έχει έως και τρία επώνυμα σε διάφορα κρατικά έγγραφα.
Πάντοτε υπήρχαν δελεαστικές προτάσεις για εγγραφή ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ) όπως και η προπαγάνδα υπέρ του έθνους των “Μακεδόνων”. Έτσι προσπαθούσαν νά πείσουν τους Σαρακατσαναίους ότι δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι “Μακεδόνες”.
Τα παιδιά πού αρχίζουν νά πηγαίνουν στα σχολεία διαπαιδαγωγούνται με την ιστορία του “Μακεδονικού Έθνους” και οι επιπλήξεις των δασκάλων είναι αυστηρές όταν τα Σαρακατσανόπουλα έλεγαν πώς ήταν Έλληνες.
Με την ίδια λογική απαγορεύτηκε η χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Οι καταγγελίες των “Αιγαίων” πολιτικών προσφύγων είναι συχνές με αποτέλεσμα τους ξυλοδαρμούς και τις φυλακίσεις.
Όμως οι Σαρακατσαναίοι πάντα διατηρούσαν την Ελληνική γλώσσα, τη μοναδική γλώσσα πού γνώριζαν γιατί ήταν η μητρική τους, διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμά τους, πεισματωδώς παρ’ όλες τις αντιξοότητες, όσο επώδυνες κι’ αν ήταν.
Ένα γνώρισμα πανάρχαιο για τους Σαρακατσαναίους να επιμένουν σε κάθε τι το Ελληνικό. Νά επισημάνουμε ότι ο πανάρχαιος αυτός λαός των Σαρακατσαναίων, όταν εκχριστιανίζεται παρ’ όλο πού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό ποτέ δεν υιοθέτησε ξένα ονόματα, π.χ. Ιωσήφ, Μωϋσής, Δαυίδ κ.ά., παρά πάντα επέλεγε Ελληνικά και στην χειρότερη περίπτωση ελληνοποιημένα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις γυναίκες κυριαρχούσαν αρχαιοελληνικά ονόματα.
Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων κράτησαν πιστά την ενδογαμία τους και τους γάμους τους τελούσαν με τον παραδοσιακό τρόπο τραγουδώντας σαρακατσάνικα τραγούδια χορωδιακά και χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς, όπως τον χαρακτηριστικότερο χορό, τον Σταυρωτό.
Και είναι οι γέροντες Σαρακατσαναίοι από τα Σκόπια πού χορεύουν για πρώτη φορά στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο Θεσσαλονίκης σε εκδήλωση πού είχε διοργανώσει η ΠΟΣΣ το 1983 και έκτοτε έχει καθιερωθεί πανελληνίως στους Σαρακατσαναίους. Ως αποτέλεσμα βλέπουμε στα ανταμώματα νά κυριαρχεί Σταυρωτός χορός.
Ο Σταυρωτός χορός είναι πανάρχαιος χορός και χορευόταν είτε με δύο χορευτές πού σταύρωναν τα χέρια, είτε με τέσσερις σχηματίζοντας σταυρό.
Και ο σταυρός είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο των Σαρακατσαναίων. Ένα αρχαιότατο ελληνικό ηλιακό σύμβολο, προχριστιανικό, πού το βρίσκουμε στην κορυφή της κατσούλας των καλυβιών τους, ως κυρίαρχο σύμβολο στο Φλάμπουρα, τη γαμήλια σημαία τους, στο μέτωπο ως τατουάζ ανάμεσα στα φρύδια, ως κυρίαρχο μοτίβο στα κεντήματα, στις φορεσιές, στις βελέντζες κ.λ.π.
Οι Σαρακατσαναίοι στα κεντήματά τους, στα διακοσμητικά τους μοτίβα πού έχουν επίκεντρο τον σταυρό, πού είτε εμπεριέχεται σε ηλιακούς ρόδακες, είτε σε μαιανδρικές παραστάσεις. τα μοτίβα αυτά αποκαλούνται “φεγγάρια” από το ρήμα φέγγω (λάμπω, ακτινοβολώ) και είναι η απόδειξη ότι αυτός ο Σαρακατσάνικος σταυρός είναι το πανάρχαιο ηλιακό σύμβολο του Δία.
Ας επανέλθουμε όμως στην ιστορική πορεία των Σαρακατσαναίων. Έτσι το 1953 μία ομάδα περίπου εκ 40 οικογενειών πού ασκούσαν τον νομαδικό τρόπο ζωής, και δεν τους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κάνουν απόπειρα νά διαφύγουν στην Ελληνική επικράτεια, από το φυλάκιο “Πόρτα” πού βρισκόταν στο βουνό Μπάρα όπου συνήθιζαν νά ανεβαίνουν τα καλοκαίρια. Όμως γίνονται αντιληπτοί από τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και παρεμποδίζεται η φυγή τους.
Πάγιο αίτημα(15) των Σαρακατσαναίων, η παλιννόστηση στην πατρίδα Ελλάδα. Το 1957 κατόπιν διακρατικής συμφωνίας, με τον ενεργό ρόλο του Ελληνικού Προξενείου στα Σκόπια, έρχονται μερικές οικογένειες στην Ελλάδα και εγκαθίστανται σε χωριά του νομού Θεσσαλονίκης.
Θα ακολουθήσει το κυρίως κύμα παλιννόστησης και το μαζικότερο κατά τη χρονική περίοδο 1963-1970, πού Με αρκετές περιπέτειες και παλινδρομήσεις πού φθάνουν έως τον νομό Έβρου εγκαθίστανται μαζικά στο Δήμο Ελευθερίου Κορδελιού Θεσσαλονίκης, πού σήμερα συγκεντρώνει 4.000 Σαρακατσαναίους και αποτελεί την πιο συμπαγή κοινότητα των Σαρακατσαναίων.
Με την παλιννόστηση δημιουργήθηκαν τα εξής ζητήματα τα οποία εκκρεμούν ακόμη και Θα πρέπει η πολιτεία νά μεριμνήσει γι’ αυτά διότι είναι σοβαρά και εθνικής σημασίας.
α) Οι 200 οικογένειες από τις οποίες έχουν κατασχεθεί το 1948 40.000 πρόβατα μαζί με 20.000 αρνιά, συνολικά 60.000 κεφάλια, όπως επίσης και 3.000 άλογα και μουλάρια, ποτέ δεν έχουν αποζημιωθεί από το Γιουγκοσλαβικό κράτος και συγκεκριμένα από την Δημοκρατία των Σκοπίων.
β) στο κρατίδιο των Σκοπίων, στα κολχόζ και στους συνεταιρισμούς έχουν εργασθεί επί μία 15ετία το ελάχιστο περίπου 200 οικογένειες, πού έφτυσαν αίμα και ιδρώτα και ποτέ δεν τους έχει αναγνωρισθεί ούτε ένα εργασιακό ένσημο, ούτε έλαβε κανένας το αντίκρισμά τους.
γ) Περίπου 50 οικογένειες πού έζησαν σε χωριά όπου εφαρμόζονταν αυτοδιαχειριστικά σοσιαλιστικά μοντέλα και είχαν το δικαίωμα νά αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία αλλά και ιδιόκτητα χωράφια, τα οποία απόκτησαν κατόπιν βασάνων και πόνου, κατά τη διάρκεια της παλιννόστησης και με την απειλή ακύρωσης της άδειας παλιννόστησης εξαναγκάστηκαν νά υπογράψουν παραχώρηση των περιουσιών τους ή νά τα απαλλοτριώσουν σε εξευτελιστικές τιμές.
Καταλαβαίνετε την οικονομική ζημιά πού έπαθαν αυτές οι 50 περίπου οικογένειες.
Επαναλαμβάνω, πρόκειται για περιουσίες Ελλήνων πού αφαιρέθηκαν από την Δημοκρατία των Σκοπίων, γι’ αυτό και είναι εθνικής σημασίας. Ας όψονται οι αρμόδιοι.
Σήμερα στο κρατίδιο των Σκοπίων έχουν παραμείνει περίπου 100 οικογένειες διάσπαρτες και απομονωμένες, και Θα πρέπει νά βοηθηθούν νά επανέλθουν στην Ελλάδα. Υπάρχει το πρόβλημα ότι είναι πολιτικογραφημένοι ως “Μακεδόνες” και υπάρχουν τεχνοκρατικές διαδικασίες και πολιτικές σκοπιμότητες πού παρεμποδίζουν την παλιννόστηση.
Οι εθνικιστικές εξάρσεις στο κρατίδιο των Σκοπίων προκαλούν τον φόβο κι’ αυτό αποδεικνύει η τελευταία απογραφή όπου πολλές χιλιάδες πολιτών πού αν και δεν έχουν σκοπιανή συνείδηση αλλά φοβούμενοι, δηλώνουν “Μακεδόνες”.
Ας μη ξεχνούμε πόσο επώδυνη ήταν η επόμενη μέρα, για όσους Σαρακατσάνους εξέφρασαν την εθνική τους συνείδηση, σε συνέντευξή τους σε Ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό, πού επισκέφθηκε τα Σκόπια.
Απαραίτητο είναι να διαχωρίσουμε την πολιτική κυβερνητική ιδεολογία και πρακτική του κρατιδίου των Σκοπίων, από αυτή της πλειονότητας του λαού πού πάντα έτρεφε και τρέφει φιλελληνικά αισθήματα γιατί κατά ένα μεγάλο ποσοστό ρέει στις φλέβες του, αίμα Ελληνικό.
Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων διατήρησαν πεισματωδώς την μόνη γλώσσα πού ήξεραν, την Ελληνική.
Τα ήθη, τα έθιμά τους, τους αυστηρούς άγραφους νόμους της κλειστής κοινωνίας τους και το κυριότερο διατήρησαν την ενδογαμία τους κρατώντας αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά τους και τον πολιτισμό τους.
Η ενδογαμία στο κρατίδιο των Σκοπίων στους Σαρακατσάνους έχει φθάσει σε οριακό σημείο, έγιναν σχεδόν όλοι συγγενείς, μία μεγάλη οικογένεια, όπως είναι η μεγάλη οικογένεια των Σαρακατσαναίων στα Βαλκάνια.
Είναι η οικογένειά μας, είναι το σινάφι μας, το αίμα μας. και πρέπει νά διατηρήσουμε στο σινάφι μας αυτή την ενότητα και συνειδητότητα στο μέλλον, για έναν ιερό λόγο. Γιατί είναι η ζωντανή και η σπουδαιότερη βιολογική και ιστορική απόδειξη της αυτοχθονίας των Ελλήνων και της διαχρονικής συνέχειας του Ελληνισμού.
Παραπομπές - Βιβλιογραφία:
1. Carsten Hoeng, Les Sarakatsans une tribu nomade Greque Paris, Copenhague, 1925.
2. Αγγελική Χατζημιχάλη, Οι Σαρακατσάνοι, τόμ. Α’ και Β’ Αθήναι 1975.
3. Δρ. Άρης Πουλιανός, α) Σαρακατσάνοι, ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης, Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος αριθμός 6, Αθήναι 1993. β) Aris Poylianos, Saracatsani, the most Ancient People in Europe, Chicago U.S.A. 1973
4. Δημήτριος Θεοχάρης, Η αυγή της Θεσσαλικής προϊστορίας
5. Σωτήρης Δάκαρης, Η κτηνοτροφία στην Αρχαία Ήπειρο, σελ. 10-11, Ιωάννινα 1976.
6. Θουκυδίδης: Ιστορίαι, Βιβλίο Α, Κεφ. 2ο.
7. Μόλαρης Βασίλειος, α) Σαρακατσαναίοι, οι αρχαιότεροι Έλληνες, Εφημερίδα “Ηχώ των Σαρακατσαναίων”. Σεπτέμβριος και Νοέμβριος 1992, Απρίλιος 1993, Απρίλιος και Αύγουστος 1994. β) Σαρακατσαναίοι, ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης. Περιοδικό “Ενημερωτικό Δελτίο του Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού”, Σεπτέμβριος 1994.
8. Όμηρος: α)Ιλιάς, β)Οδύσσεια.
9. Σοφοκλής: Οιδίπους Τύραννος, στίχοι 1133-1139.
10. Πίνδαρος 522-438 π.Χ., Νεμεόνικοι, (IV, 52-53).
11. Στράβων, (67π.Χ.-19μ.Χ.), Γεωγραφικά, (Βιβλίο VII, κεφ.6ο).
12. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις. (Βιβλίο VII, 9)
13. O Casten Hoeng στό βιβλίο του Les Saracatsans στον Α’ τόμο σελ. 63-67 αναφέρει για Σαρακατσαναίους Σερβίας στο Pirot, Sourdelitsa, Uskub, Leskorats, Prokypa, Krusevats όπως επίσης και για Σαρακατσαναίους στην Ανατολική Θράκη, στην Ραιδεστό, στα Μάλγαρα και Χαριούπολη.
14. Ο Branislar Kojic στο έργο του Stara groadsca iseoska architektura, Beograd 1949, μας αναφέρει για σαρακατσάνικα τσελιγκάτα σε περιοχές κοντά στη λίμνη Δοϊράνη, στις πεδιάδες του ποταμού Αξιού και στο βουνό Kojouf. Επίσης κάνει αναφορά για τον αρχέγονο τρόπο κατασκευής των καλυβιών τους και συμπεραίνει ότι είναι Ελληνικής καταγωγής.
15. Η Αγγελική Χατζημιχάλη στον πρώτο τόμο του έργου της Σαρακατσάνοι αναφέρει για μία επιστολή του τσέλιγκα Χρήστου Φαρμάκη γραμμένη την 6η Φεβρουαρίου 1953 στη Θεσσαλονίκη, πού κάνει λόγο για αίτημα Σαρακατσαναίων της Σερβίας να επαναπατρισθούν στην Ελλάδα.
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008
Παρουσίαση βιβλίου του Γεωργίου Σούρλα από τον Σύλλογο Σαρακατσάνων Θράκης
Πρόκειται για τους 7.976 πεσόντες που παραμένουν άταφοι ή προσωρινά θαμμένοι στην Β. Ήπειρο.

Η παρουσίαση θα γίνει την Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008 και Ω/11:00 π.μ. στην αίθουσα του ιδρύματος Παπανικολάου (δίπλα από την Νομαρχία).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
- ο Παναγιώτης Κωνσταντόπουλος, αντιστράτηγος, τ. διευθυντής της Διεύθυνσης Ιστορίας του Στρατού και
- ο Γεώργιος Ι. Σούρλας, συγγραφέας του βιβλίου, αντιπροέδρος της Βουλής
Την συζήτηση θα συντονίσει ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Δ.Π.Θ. Βασίλης Σερμπέζης
Πηγή : Ιστολόγιο Μορφωτικού Συλλόγου Σαρακατσάνων Θράκης (Κομοτηνής)
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας

20:00 : Χαιρετισμοί Αρχών και Οργανωτών
20:30 : Νικόλαος Κατσαρός, πρώην Αντιπρόεδρος της Βουλής, νομικός - συγγραφέας
20:50 : Γεώργιος Σκούτας, ιστορικός , Πρόεδρος του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Βουλγαρίας
21:10 : Δημήτριος Γαρούφας, δικηγόρος - συγγραφέας
21:30 : Η μαρτυρία του συγγραφέα.
Την παρουσίαση θα συντονίσει ο Χάρης Τσιρκινίδης, ιστορικός - συγγραφέας.
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Οι αρχαιοελληνικές ρίζες του Σαρακατσιάνικου λόγου
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΣΙΔΕΡΗΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ : 172
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 1994
----------------------------------------------------------
τημονικά. Παρακαταθήκη για εμάς τους νεότερους Σαρακατσάνους αλλά και βήμα για μεταγενέστερη επιστημονική έρευνα.ΕΚΔΟΣΕΙΣ : Π.Ο.Σ.Σ.
ΣΕΛΙΔΕΣ : 200
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 2005
Γεννήθηκα σε σαρακατσιάνικο καλύβι.....
Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του Νίκου Κατσαρού «Οι αρχαιοελληνικές Ρίζες του Σαρακατσιάνικου Λόγου».
Γεννήθηκα σε σαρακατσιάνικο «καλύβι». Οι γονείς μου και οι πρόγονοί τους είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Ο παππούς μου, ο Μητρούλας Κατσαρός, ήταν ονομαστός Αγραφιώτης τσέλιγκας. Οι γονείς της μάνας μου ήταν Σαρακατσιάνοι Ασπροποταμίτες. Έφυγαν από την Κρανιά Ασπροποτάμου το 1923 για να ακολουθήσουν τον πλάνητα βίο των γονέων τους ανά τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.
Κοιμήθηκα ως μωρό στη «σαρμανίτσα», που δεν ήταν άλλο από ένα «σαμάρι» ανάποδα. Μεγάλωσα σε σαρακατσιάνικη «στάνη». Έζησα τη ζωή του τσελιγκάτου και της στάνης. Έζησα τη ζωή του μετακινούμενου Σαρακατσιάνου από τα «χειμαδιά» στα «ξεκαλοκαιριά» και το αντίστροφο με το σχηματισμό ενός μεγάλου «καραβανιού» από φορτωμένα άλογα, μουλάρια, γαϊδουράκια, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, άλλους καβάλα και άλλους περπατώντας. Είδα να φορτώνεται όλη η οικοσκευή, τα «σαίια» στα ζώα, μέσα σε μεγάλα «χαράρια» (ριγωτά τσουβάλια) που δένονταν στις δύο πλευρές του σαμαριού. Ήταν οι «μεριές». Ενώ όσα περίσσευαν από τα «σακιά» έμπαιναν «πανωγόμι» και «πανωσάμαρα».
Παρακολούθησα την προετοιμασία, το «σαμάρωμα» των ζώων που θα έκαναν τη μεταφορά, με το γερό σφίξιμο της «ίγκλας» ή της «ζώστρας» γύρω από τη μέση του ζώου, την «πστιά» ή το «πιστάρι» να πιάνεται στους μηρούς των πίσω ποδιών, το «κωλάνι» ή το «κουσκούνι» να πιάνεται στην ουρά, για να μη μετακινείται προς τα μπροστά το σαμάρι στην κατηφόρα, τις «μασκαλήθρες» ή «μασκαλίτσες», που στερέωναν το σαμάρι δένοντάς το σφιχτά στο σαμάρι του ζώου περνώντας κάτω από τα μπροστινά του πόδια, τις «μασχάλες» δηλαδή, και να μη γλιστράει το σαμάρι προς τα πίσω στις ανηφόρες, τις «σκάλες» για να πατούν και να ανεβαίνουν ευκολότερα οι καβαλαραίοι. Μπήκα καβάλα και ο ίδιος και «πανωσάμαρα», όταν ήμουν μωρό αλλά και «πισωκάπουλα» όταν έγινα μεγαλύτερος. Καβαλίκεψα άλογο «ξεσαμάρωτο» κρατώντας το από τη «χαίτη» και θηλυκώνοντας τα πόδια μου στις μπροστινές του «μασχάλες» για να μη με γκρεμίσει. Είδα τα φορτωμένα άλογα ή και τα ξεσαμάρωτα ακόμη «συγκαιριασμένα» να ακολουθούν το ένα το άλλο. Έζησα το «ξάφνιασμά» τους, το «γκρέμισμα» του φορτίου, τις φωνές και τις βρισιές για την ατυχία και το ξαναφόρτωμα. Περπάτησα «σιαμπροστά» με τα μικρά παιδιά, τις γιαγιές και τους παππούδες, όταν δεν μας έφταναν τα ζώα για να μετακινηθούμε κα ή για να τα «ξαποστάσουμε» στις μεγάλες
διαδρομές, όταν δηλαδή «κονάκια» ήταν μακριά το ένα από το άλλο. Βοήθησα και εγώ στη μετακίνηση των αδύνατων ζώων που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το κοπάδι. Είδα αυτά τα «γηροκόμια» να μένουν πολλές φορές στο δρόμο. Ξαπόστασα όταν μας έφθανε το «καραβάνι» και με φιλοξενούσε κάποιο ζώο «πανωσάμαρα» δίπλα στα «πανωγόμια» ή πάνω στα καπούλια.Κοιμήθηκα το βράδυ στην υφαμένη στον αργαλειό «τέντα». Την τοποθετούσαμε πάνω στο «τεντόξυλο». Εκείνο στηριζόταν σε δύο φούρκες και τα «πλαϊνά» της σε πολλές «φουρκούλες» που «μπήχνονταν» στο έδαφος και πιάνονταν στις θηλιές της τέντας. Έκοβαν τον αέρα οι πλευρές της «τέντας» και το πίσω «άνοιγμά» της το ειδικό πίσω κομμάτι της τέντας και τα «χαράρια» με τα «σαίια» που έμπαιναν το ένα πάνω στ’ άλλο. Η σαρακατσιάνικη τέντα ήταν άσπρη με πρόβειο και γίδινο μαλλί. Δεν έβαζε μέσα σταγόνα νερό και για να μη «βάζει» και από τα πλάγια ή από πίσω ή από μπροστά σκάβαμε γύρω της ένα μικρό χαντακάκι που μάζευε και τα νερά της «τέντας», αλλά και τα άλλα νερά της βροχής. Το δάπεδό της στρωνόταν παχιά με «τσιόλια» και «βελέντζες» και πολλές φορές με κλαδιά και χόρτα, για να ‘ναι ξερό και ζεστό.
Είδα τους γονείς μου να φκιάνουν το καλύβι τους και τους βοήθησα. Είδα τον πατέρα μου να χαράσσει έναν κύκλο κρατώντας ένα σκοινί δεμένο σε ένα ξύλο στο κέντρο ενός κύκλου. Να «μπήχνει» στην περίμετρο του κύκλου τα μπηχτάρια, να φκιάνει το «στεφάνι» της κατσιούλας και να δένει εκεί άλλα μακριά «λούρα». Να τα «αδερφώνει» μετά με τα «μπηχτάρια» δένοντάς τα με ιτιές, τσιμπούκια, «ριζιμιές» οξιές. Να τα «χαρτώνει» μετά σχηματίζοντας το σκελετό και να τον σκεπάζει με το «σάλωμα», «δομό» - «δομό», φροντίζοντας πάντοτε στην κατσιούλα του καλυβιού να βάλει τον ξύλινο σταυρό. Παρακολούθησα την «κατασκευή» της «λισιάς» για το κλείσιμο της «ρούγας» του καλυβιού. Είδα με πόση προσοχή γίνονταν τα «πεζούλια».
Έζησα μέσα στην καλύβα. Ζεστάθηκα στη «βάτρα» καθισμένος σταυροπόδι στο έδαφος πάνω στο «τσιόλι», κοντά στον «πυρομάχο» και στα δύο «γωνολίθια». Τα είδα και μερικές φορές να σκάζουν από την πολλή φωτιά. Είδα την «πυροστιά» πάνω στη «θράκα» και πάνω της την «κουτρουλή» για το βράσιμο του φαγητού. Παρακολούθησα το ψήσιμο της «πίτας» το σκέπασμα του «σνιού», που την είχε μέσα, με τη «γάστρα». Στηριζόταν εκείνη στον «κοθράκο» που κυκλικά περιόριζε τη «βάτρα». Είδα τη μάνα μου να πιάνει τη γάστρα με το «ξυθάλι», να ξεσκεπάζει το «σνί» για να δει αν ψήθηκε η πίτα και να το ξανασκεπάζει. Άκουσα το «χούχλο» της «κουτρουλής» και είδα το ανακάτωμα του περιεχόμενού της με το «χλιάρι» ή την ξύλινη «χλιάρα» ή «κουτάλα». Είδα τη μάνα μου να «παλαμίζει» το δάπεδο, τα «πεζούλια» και τα πλευρά της καλύβας με λάσπη για λόγους καθαριότητας, αλλά και για να εμποδίζεται να μπαίνει μέσα ο κρύος αέρας, τα «ζούδια» και τα «ζούμπερα». «Πύρωσα» «πυρωμάδες» στη «βάτρα» και όταν κοκκίνισαν έβαλα πάνω τους «λίπα» ή τις έφαγα με «τουλουμίσιο» ή «τομαρίσιο» τυρί, «κλωτσοτύρι» ή «μτζήΘρα». Ήπια νερό απ’ τη «βαρέλα» με το «τσκάλι» και γέμισα απ’ αυτή τη «φτσέλλα» για να την πάρει ο τσοπάνος γεμάτη στα «πρότα».
Είδα τη μάνα μου να ετοιμάζει τον «τρουβά» του πατέρα μου, που θα πήγανε να φυλάξει το «στερφοκόπαδο» ή τα «γαλάρια». Έβαζε μέσα το «τυρολόι» ή το «κλειδοπίνακο» γεμάτο «τουλουμίσιο» τυρί, ψωμί και μερικά κομμάτια «σκυλόψωμα». Δεν παρέλειπε όμως να γεμίσει και το «γαλοδέρματο» με γάλα και γιαούρτι. Άκουσα τα μεσάνυχτα να γίνεται ο «σκάρος» του κοπαδιού, να «ουρλιάζει» ο λύκος, να «αλυχτούν» τα σκυλιά, να «χουχουτάει» και να «σιουράει» ο τσοπάνος. Ξενύχτησα και ο ίδιος το κοπάδι και έμεινα άυπνος γιατί όλη τη νύχτα «προγκούσε» το κοπάδι και φοβόμουν μην αρπάξει κανένα πρόβατο ο λύκος. Είδα το κοπάδι τις καλοκαιρινές μέρες, το απογευματάκι συνήθως, να «αλατίζεται» στις «αλαταριές». Άκουσα από τον τσοπάνο το συνθηματικό σφύριγμα-κάλεσμα των προβάτων στην αλαταριά. Είδα το κοπάδι να τρέχει σαν παλαβό όταν ένιωθε ότι πλησίαζε στην αλαταριά και μετά το «αλάτισμα» να τρέχει στο ποτάμι ή στις «μπάρες» ή τις «λούτσες» για να σβήσει τη δίψα του.
Άρμεξα «καλαμοβύζες» και «τσιμπεροβύζες» προβατίνες και με ξεχέριασαν όσες τραβούσαν πολύ και όσες κλωτσούσαν. Είδα τις «ντουμασιάρες» να μη θέλουν να περάσουν για άρμεγμα, ή να πηδούν τους φράχτες του μαντριού ή να πηδούν πάνω από τους αρμεχτάδες. Μάλωσα με το παιδί που δεν «κεντούσε» καλά και αργούσαν να περάσουν για να αρμεχτούν τα πρόβατα. Μετέφερα το «καρδάρι» γεμάτο γάλα πάνω στο κεφάλι μέχρι το τυροκομείο ή το μετάγγισα με τον «κούτλα» από το «καρδάρι» στο δοχείο μεταφοράς του.
Κούρεψα αρνιά και πρόβατα και είδα τη μάνα μου να μα ζεύει σε «ποκάρι» τα μαλλιά του κάθε πρόβατου ή να μαζεύει το «αρνοπόκι» όλο μαζί, να ξεχωρίζει το «φλώρο» μαλλί από το «λάιο», να κρατεί στην άκρη και να ξεχωρίζει όσο προόριζε για τα «αγέννωτα», και τα «γεννωμένα», τα «μαλλιότα», τις «βελέντζες» κ.λπ. που θα ύφαινε στον αργαλειό. Κούρεψα γίδες και τράγους στην ειδικά προορισμένη για τη δουλειά αυτή «διχάλα» και είδα τη μάνα μου να μαζεύει το «τραγόμαλο» και να ξεχωρίζει από αυτό όσο ήθελε για τις «τέντες», τα «τσιόλια» και τις «κάπες». Την είδα στη συνέχεια να πλένει τα μαλλιά, να μη χύνει τον «πίνο», να τα «ξαίνει» με τα «λανάρια», να γνέθει την «τλούπα» γεμίζοντας με «γνέμα» το αδράχτι που στριφογύριζε με τη βοήθεια του «σφοντυλιού». Ακολουθούσε το μάζεμά του στη «βάντα» το βάψιμο, το «κουβάριασμα», το «ίδιασμα» του «διασιδιού» και η ύφανσή του στον αργαλειό. Το «αντί», τα «μτάρια», οι «πατήθρες», η «σαίτα» τα «καρούλια», ήταν τα κύρια όργανα του αργαλειού, που μετέτρεπαν το «στημόνι» και το «υφάδι» στο ύφασμα, που ήθελε η μάνα μου.
Φύλαξα ο ίδιος τα πρόβατα. Τα είδα να «ροβολούν» ήσυχα - ήσυχα βόσκοντας, να «σκαπετούν» σε κάποιον αυχένα και να εξαφανίζονται σαν να τα κατάπινε η γη. Τα «σαλάγησα» για να φθάσουμε γρηγορότερα στο μαντρί. Τα «στόμωσα» για να βοσκούν καλύτερα και εκεί που ήθελα εγώ. Τα είδα να «μαρκηώνται» στο «στάλο», να «λαϊάζουν» το βράδυ όταν κοιμόνταν και να ακούγεται μόνο το ομαδικό αναμάσημα της τροφής τους. Είδα μερικά πρόβατα να «φιδιάζονται» και τον τσοπάνο να τρυπάει με βελόνα το φιδιασμένο μέρος, να το πιέζει απ’ όλες τις πλευρές για να βγει το δηλητήριο μαζί με το αίμα και μερικές φορές να ρουφάει το φιδιασμένο μέρος και να φτύνει τα υγρά που έβγαιναν. Άλλα να είναι «βούρλα» και να γυρίζουν ασταμάτητα γύρω-γύρω. Παρακολούθησα εγχείριση του βούρλου, κόψιμο του κρανίου εκεί που ήταν πολύ μαλακό, αφαίρεση της «τρέλας», που ήταν μια κύστη γεμάτη άσπρα σπυριά και ράψιμο πάνω στην τρύπα του κομματιού του κόκαλου που αφαιρούσαν και ενός μάλλινου υφάσματος. Ξεχώριζα γρήγορα ποιες προβατίνες ήταν η «μπροσνέλα» του κοπαδιού και ποιες η «κοντνέλα», ποιες οι «μαρμάρες» και ποιες τα «γηροκόμια». Γνώριζα τα σημάδια τους στα αυτιά, τα «πισωκλείδικα», τα «μπροστοκλείδικα», τα «φουρκάφτκα», όσα είχαν «κόκκα» ή «ξουραφιά», τα «τρυπάφτκα» τα «κουτσιάφτκα». Μου άρεσαν πιο πολύ τα «κάλεσια» πρόβατα και τα «ορθοκέρατα» γίδια. Τα «πισωκέρατα» μου φαίνονταν πιο ήσυχα και πιο αδύναμα.
Ο πατέρας μου ήταν καλός στην ξυλογλυπτική. Σκάλιζε πολύ καλές «κλείτσες», «ρόκες», «σφοντύλια», «αδράχτια», «σαΐτες», πελεκώντας πολύ επιδέξια το «πυξάρι» ή το πουρνάρι ή τον κέδρο. Είχε όλα τα ξυλογλυπτικά του εργαλεία, «ξουράφια», «κοπίδια», «μαχαίρια», «τρυπητήρια» μαζί με τον καπνό του, μέσα στην «τραγαζίκα» για να μη σκουριάζουν. Μου έκανε εντύπωση πάντοτε το «ίσιασμα» του στραβού «κλειτσόξυλου» όταν το ζέσταινε και το «καψάλιζε» στη φωτιά και όταν το «πλάκωνε» με κάποιες «πλακανήθρες» ζεστό, όπως έλεγε, ήταν κατάλληλο για να «ισιάσει». Η τέχνη στην «κλείτσα», όπως έλεγε, ήταν να πετύχεις το άνοιγμα που άφηνε εκείνη, όταν έμπαινε στο κλειτσόξυλο, να είναι 1,5 περίπου πόντος για να «πιάνει» το πρόβατο από το πόδι, κλείνοντάς το μέσα στο άνοιγμά της.
Είδα να «φκιάνεται» το μαντρί με «λισιές» ή με «δεματσούλες». Γνώρισα και τα κλειστά μαντριά και τις «κόρδες» και τα πρόχειρα. Παρακολούθησα το «πάτωμα» και το «ξεπάτωμά» τους. Άκουσα τον πατέρα μου κατά το δέσιμο του σκελετού να ζητεί απ’ αυτόν που τον βοηθούσε να «νταϊαντήσει» για να το δέσει καλύτερα. Είδα να στρώνεται με «βούζια», που τα μεταφέρνουν στην πλάτη τους «ζαλίκι» οι γυναίκες. Φύλαξα και ο ίδιος τα άλογα της στάνης. «Πεδούκλωνα» κάποια από αυτά για να μην απομακρύνονται πολύ. Κάποτε έδενα και ορισμένα με το «αλτάρι». Τα έβαλα στον «ουβουρό» για να κοιμηθούν. Με κλώτσησε κάποιο όταν ήθελε να το «καλλιγώσει» ο πατέρας μου και εγώ του πήγα τη σακκούλα με τα «καλλιγοσφύρια» και τα «πέταλα» γιατί το πλησίασα πολύ «σμα». Δάγκωσε τον πατέρα μου ένα από τα άλογά μας όταν θέλησε να του κόψει το «λάγανο» και ένα σκυλί όταν θέλησε να το «μουνουχίσει».
Άναψα φωτιά με «πρυόβολο», «στουρνάρι» και «ίσκνα» και με λίγα «προσανάμματα». Έφκιασα «ξυγγοκέρι» μόνος μου και έβαλα φωτιά και σε βρεγμένο κέδρο, μόνο με λίγα ξερά «σπλόνια» και «σπερδούκλια».
Έφαγα «γιομίδια» με «μεσαρκά» από τα πρόβατα «ξυνόγαλο» από το «γαλατσάκι» ή από τη «βούρτσα», χτυπώντας ο ίδιος την «κορφή» που είχε με το «βουρτσόξυλο». Έφαγα «νυρστά», «καπετάνο», «στριφτόπτα», «ψαρόπτα», «λαχανόπτα», «γαλατόπτα», «ζμάρι», «κουσμάρι», γάλα «ίγκυρο», «τραχανά», «χυλό», που ήταν «χλιος» και δεν με έκαψε στο στόμα. Βρέθηκα μακριά από τη στάνη και με έκοψε «λόρδα» από την πείνα και «λίμαξα» για μια «χαψιά» ψωμοτύρι. Πέταξα αγανακτισμένος τη «φολλίνα», όταν είδα ότι δεν έχει ούτε ένα σπυρί τυρί. «Χάλεψα» ένα κομμάτι ψωμί από το «σύντροφό» μου στο κοπάδι. «Μάργωσα» όταν αναγκάσθηκα να κοιμηθώ βρεμένος και «χαύδωσα» στη φωτιά για να μπορέσω να στεγνώσω. «Χάβωσα» όταν είδα ένα ανθρώπινο «κφάρι».
Έπαιξα «τριότα», «ενηάρα», «φίτσια» με «αμάδα», «σκλαβάκια», «σέγκια», «γιαλάκα», «γρούνα».
Έζησα γενικά τη σαρακατσιάνικη νομαδική ποιμενική ζωή σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια!!!
Την έζησα στο μεταίχμιο της αστικοποίησής της, που άρχισε μετά το 1950. Την έζησα πολύ γεμάτα. Μέχρις ηλικίας 11 ετών δεν έμεινα ποτέ σε χωριό. Η ζωή μου μοιραζόταν από στάνη σε στάνη. Τα τραγικά γεγονότα της δεκαετίας 1940 - 1950 το διώξιμο της οικογένειάς μου από το ανταρτοκρατούμενο Άνω Αργυροπούλι και Βέρμιο, η αναγκαστική εγκατάστασή της στον κάμπο, με έφεραν σε επαφή με έναν άγνωστο σχεδόν κόσμο, που τον ζήλευα παρά ταύτα. Τα παιδιά μάθαιναν γράμματα και εγώ τα αγαπούσα πολύ. Ήθελα να σπουδάσω. Παρακολούθησα σε σχολείο μόνο την έκτη Δημοτικού. Είδα σχολείο με τοίχους, με θρανία, με πίνακες, με αληθινό δάσκαλο, με μαθήματα γεωγραφίας, φυσικής πειραματικής, θρησκευτικών κ.λπ. Το περίεργο είναι ότι παρά ταύτα εκείνη τη χρονιά αρίστευσα. Πήρα 10 με τόνο. Και αυτό γιατί «ρουφούσα» στην κυριολεξία όσα άκουγα από τη δασκάλα μου, πεθερά σήμερα γνωστού πολιτικού!!! Τις πέντε πρώτες τάξεις τις έβγαλα στη στάνη, με δάσκαλο κάποιον που ήξερε «μια κλείτσα γράμματα». Λίγη ανάγνωση, γραφή, αριθμητική. Τίποτε άλλο.
Ακολούθησαν οι γυμνασιακές και πανεπιστημιακές μου σπουδές, η δικηγορία και τώρα η Βουλή.
