Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

ΛΙΑΚΑΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ


Με την ευκαιρία της αφιέρωσης του 30ου Πανελλήνιου Ανταμώματος στον Σαρακατσάνο Αγωνιστή του 1821 Γρηγόρη Λιακατά αφιερώνουμε και εμείς αυτή την ανάρτηση στον Σαρακατσάνο ήρωα που έπεσε μαχόμενος κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1826.

Το παρακάτω αφιέρωμα το βρήκαμε στην ιστοσελίδα  του κ.Καλλιώρα την οποία μπορείτε να επισκεφτείτε πατώντας εδώ.
 
Ο Γρηγόρης Λιακατάς ήταν ο μεγάλος γιος του Θύμιου Λιακατά. Τα άλλα αδέρφια του ήταν, ο Μήτρος, ο Σωτήρης, ο Κώστας, και η πολυτραγουδισμένη για την ομορφιά της Δέσπω που με την βία την πήρε ο Αλή πασας στο χαρέμι του.
Γεννήθηκε γύρω το 1799, κατά άλλους στον Ασπροπόταμο κατά άλλους στο Ξηρόμερο. Ο Θύμιος Λιακατάς ξεκαλοκαίριαζε στα βουνά των Τζουμέρκων και ξεκαλοκαίριαζε στο Καρβασαρά. Γύρω στο 1820 ο Αλή πασάς αρπάζει την κόρη του, την πανέμορφη Δέσπω και για να εξευμενίσει την οικογένεια του διορίζει τον Γρηγόρη Λιακατά αρματολό στο Κλείνοβο του Ασπροποτάμου, που ανήκε στο αρματολίκι του Ν. Στουρνάρη.
Ο Ν. Κασομούλης γράφει τι του είχε αφηγηθεί ο Ν. Στουρνάρης: ο Αλή πασάς με ανάγκασε να δεχτώ για καπετάνιο στο Κλινοβό τον Γρηγόρη Λιακατά, ο οποίος ήταν γαμπρός του. Έπειτα από ένα χρόνο Ο Αλής με ανάγκασε να δώσω την κόρη μου Βαγγελή για γυναίκα του. Αν και ο Γρηγόρης ήταν πολύ νέος δεν είχα αντίρρηση να του δώσω την κόρη μου, διότι τον θεωρούσα τίμιο άνθρωπο και διότι πήρε τον τίτλο του από την στάνη του σκοτώνοντας έναν μεγάλο κλέφτη και όχι από την αυλή του Αλή πασά.
Η επανάσταση στην επαρχεία Ασπροποτάμου ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1821 από τους οπλαρχηγούς, Γρηγόρης Λιακατά, Ν. Στουρνάρη, και τον Γιωργάκη Βελή από τα Άγραφα.
Έπειτα από την μάχη του Κόρμπου που έγινε στις 5 Αυγούστου του 1823 ο Γ. Λιακατάς άφησε τον Ασπροπόταμο αφήνοντας αντικαταστάτη του τον αδερφό του Μήτρο Λιακατά και κατέβηκε στο Μεσολόγγι για να μπορέσει να προσφέρει περισσότερες υπηρεσίες στη πατρίδα, από την μία πλευρά αλλά και για να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του από την άλλη η οποία βρισκόταν στην Κεφαλονιά από τον περασμένο Μάρτιο. Το 1824 μαζί με τον πεθερό του ξανανέβηκαν στον Ασπροποταμο για να ξαναφύγουν την άνοιξη του ίδιου χρόνου και να μην επιστρέψουν ποτέ, διότι και οι δύο αργότερα θα πέσουν μαχόμενοι για τις ανάγκες του έθνους.
Στην πολιορκία του Μεσολογγίου και σε μία από τις επιθέσεις του Κιουταχή ο Γρηγόρης Λιακατάς έχασε το δεξί του μάτι από έκρηξη βόμβας όπως μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

Με γέλασε ο Αυγερινός, με γέλασε η πούλια 
και βγήκα απάνου στο βουνό προτού να καλοφέξει,
εκεί σε πέτρα ακούμπησα να πάρω’ ολίγον ύπνο 
κι εκεί άκουσα τρεις πέρδικες, όπου κελαηδούσαν 
κι καταριόταν τα βουνά μ’ ανθρώπινη λαλίτσα. 
Εσείς βουνά του κερατά, βουνά του Ασπροποτάμου, 
τους κλέφτες τι τους κάματε, τον καπετάν Γρηγόρη; 
-Αυτός πήγε και κλείσθηκε στο δόλιο Μεσολόγγι, 
μας είπαν πώς λαβώθηκε στο δεξί το μάτι, 
και λέν πώς δεν θα ξαναρθεί, πως δεν θα τον ξαναδούμε 
Για κλάψτε δέντρα και κλαδιά και κοντοραχούλες 
και σεις βουνά κλεφτόβουνα, με τις κρυοβρυσούλες 
την χάσατε την κλεφτουριά τον καπετάν Γρηγόρη.

Ο Γ. Λιακατάς ήταν φημισμένος για την ομορφιά του (ο Κοσομούλης έλεγε πως δεν υπήρχε ομορφότερος άντρας) και όταν έδενε το μαντίλι για να καλύψει το μάτι του μονολογούσε με παράπονο: 
-Τώρα αφού έχασα το μάτι μου τι την θέλω την ζωή;

Εψές κατά το δειλινό εψές κατά το βράδυ, 
τρεις λυγερές το λέγανε και πικροτραγουδούσαν. 
Η μια ήταν η Στουρνάραινα, του Μάρκου Μπότσαρη η άλλη.
Κι η τρίτη η μικρότερη ήταν του καπετάν Γρηγόρη
εκεί που μοιρολογάει και ομορφοτραγουδούσε, 
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε εκεί στα γόνατά της. 
Πες μας, πες μας, πουλάκι μου κάνα καλό χαμπέρι. 
- Τι να σου πω κυρούλα μου τι να σου μολογήσω; 
Εψές προψές που διάβαινα το έρμο Μεσολόγγι, 
άκουσα πώς βαρέθηκε ο καπετάν Γρηγόρης. 
Τον κλαιν τα δέντρα, τα κλαριά τον κλαιν οι κρύες βρύσες, 
τον κλαίνε και στα Κούτσανα οι καπετανοπούλες.

Η προσωρινή κυβέρνηση έδωσε προαγωγή στον Γ. Λιακατά και από Χιλίαρχο τον έκανε στρατηγό. Ένα χρόνο αργότερα ο Γρηγόρης Λιακάτας σκοτώθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1826 υπερασπιζόμενος το νησί Ντολμάς. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στην παραπάνω μάχη ο Γ. Λιακατάς ήταν επικεφαλής 300 αντρών οι οποίοι ήταν όλοι συγγενείς του και ολοι σαρακατσαναίοι.
((Σ’αυτή τη μάχη ξεκληρίστηκε όλο το Λιακατέικο σόι 39 τον αριθμό , καθώς και πολλοί Ασπροποταμίτες και οι καλύτεροι από τους Αιτωλικιώτες)). Όπως γράφει ο Κ. Μακρυκώστας. 

Η λαϊκή μούσα μας λέει για τον ένδοξο θάνατο του Γ. Λιακατά.

Τρεις σταυραετοί ροβόλαγαν απ’ τ’ Αγραφα σταλμένοι, 
Ο ένας πάει στ’ Αντελικό στο Βασιλάδι ο άλλος 
Και ο τρίτος ο καλύτερος στο Μεσολόγγι μπήκε. 
Ντάπια σε ντάπια περπατεί, ταμπούρι σε ταμπούρι. 
Ρωτάει την ντάπια του Μακρή ,στη ντάπια του Δεσπότη
Γεια σας χαρά σας βρε παιδιά . Καλώς το παλικάρι.
-μην είδατε τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη; 
-Αϊτέ μου αυτός δεν είναι εδώ , και δω μην τον γυρεύεις, 
μον’ πέτα στ’ Αντελικό και πέρασε τον πόρο. 
Εκεί θα βρεις πολλά κορμιά ,σφαγμένα σκοτωμένα. 
Κι ποιο είν ‘ το πιο λεβέντικο το ξανθομουστακάτο, 
εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Γρηγόρη.

Ρωτά την τάπια του Μακρή την τάπια του Δεσπότη, -
Μην είδατε τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη; 
Σύρε πουλάκι μ’στ’ Αντολικό και κοίταξε τριγύρω, 
Κι αγνάντεψε προς τον Ντουλμά κι αντίκρυ από τον πόρο. 
Εκεί θα δεις άσπρα κορμιά και κόκαλα στη άμμο, 
κι αν μπορείς διάλεξε τον καπετάν Γρηγόρη.

Ψηλά απ’ τον Ασπροπόταμο πετάει στο Μεσολόγγι, 
Χρυσός αϊτός τριγύριζεν έξω από το Μεσολόγγι, 
γεράκι με δυό γράμματα από τους Λιακαταίους.
Γυρίζ’ εδώ γυρίζ’ εκεί γυρίζ’ όλη την χώρα. 
Μην είδατε τον Λιακατά, τον καπετάν Γρηγόρη;
Πουλίμ’ αυτός δεν είναι εδώ ,κι εδώ μην τον γυρεύεις 
πέτα προς το Ανατολικό ,και πέρασε τον πόρο, 
και εκεί θα βρεις κορμιά σφαγμένα ,σκοτωμένα, 
κι’ όποιο δεις λεβέντικο και ξανθομουστακάτο , 
εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Γρηγόρη.

Ένας αετός τριγύριζε μέσα στο Μεσολόγγι 
κοιτάει τα ντάπια του Μακρή τα ντάπια του Δεσπότη 
κι αγνάντεψε την Κλείσοβα κατά το Μακρυνόρος 
Ψάχνει να βρει τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη 
που κράτησε την Κλείσοβα με ογδόντα παλικάρια.

Εσείς βουνά του Κιαρατά, βουνά τ’ Ασπροποτάμου 
τους κλέφτες τι τους κάνατε, τον Καπετάν Γρηγόρη; 
-Αυτός πήγε και κλείσθηκε μέσα στο Μεσολόγγι,
μας είπαν πως λαβώθηκε μεσ’ το δεξί το μάτι 
κι λεν πως δεν θα ξαναρθεί ,δεν θα τον ξαναδούμε. 
Για κλάψτε δέντρα και κλαδιά κι εσείς κρυοβρυσούλες, 
τι χάσανε την κλεφτουριά, τον καπετάν Γληγόρη.


Βιβλιογραφία.
Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.
Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

Ένα επίσης καλό αφιέρωμα υπάρχει και στο έντυπο του φετινού Πανελληνίου Ανταμώματος το οποίο μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.

Και για να κλείσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα παρεθέτουμε ένα αξιόλογο βιντεάκι που βρήκαμε στο youtube.  Ευχαριστούμε  τον Sarakatsanokostantis τόσο γι' αυτό όσο και για όλα τα υπέροχα βιντεο που κατα καιρούς ανεβάζει.  



******************************

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Οι Σαρακατσάνοι της Θράκης


Σε προηγούμενη ανάρτησή μας είχαμε γράψει πως με το Κυριακάτικο φύλλο της 22ας Νοεμβρίου 2009 της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ  θα κυκλοφορούσε  ένα βιβλίο για τους Σαρακατσάνους.  Ταυτόχρονα με το ίδιο φύλλο θα διανέμονταν και το DVD του Μορφωτικού Συλλόγου Σαρακατσαναίων Θράκης που πρώτη φορά παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2009.  

Για όσους ωστόσο δεν προμηθεύτηκαν το συκεκριμένο DVD παρακολουθήστε τα επόμενα τρία αποσπάσματα από την πολύ καλή παραγωγή του Συλλόγου της Θράκης.



Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Η Οδύσσεια ομάδας Σαρακατσάνων στην μακρινή Βραζιλία


Η παρακάτω ιστορία είναι αρκετά γνωστή.  Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που την βρήκαμε δημοσιευμένη στο διαδίκτυο και την αναδημοσιεύουμε αυτούσια.  Πραγματικά απολαυστική και πέρα για πέρα αληθινή.


****************


Στις αρχές του 20ου αιώνα σημαντικός αριθμός Σαρακατσαναίων εντοπίζεται στην ευρύτερη περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, λόγω της γεωφυσικής θέσης της με τα απέραντα βοσκοτόπια και τα ψηλά βουνά.  Σημαντικός λόγος της παρουσίας των Σαρακατσάνων στην σημερινή Σερβία, είναι ο Τουρκικός ζυγός που αναγκάζει ομάδα Σαρακατσαναίων να καταφύγει στο όμορο χριστιανικό κράτος.  Στα χρόνια που ακολουθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν από το καθεστώς του Τίτο και η λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα, τους οδηγούν στην μεγάλη απόφαση……


Οι Σαρακατσάνοι αυτοί ήρθαν στην Ελλάδα κατά τρία κύματα.  Το πρώτο επωφελήθηκε τη μη ύπαρξη συνόρων λόγω της γερμανικής κατοχής, εισήλθε στην Ελλάδα το 1942 και οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο νομό Σερρών και μερικοί στο νομό Ροδόπης.


Το δεύτερο κύμα ήρθε το 1956.  Ήταν λίγες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο Γόνιμο Σερρών και τη Χαλάστρα.  Ο κύριος όγκος όμως ήρθε στο διάστημα 1963-1967 και ύστερα από περιπλανήσεις εγκαταστάθηκαν στο Δήμο Ελευθερίου – Κορδελιού.

Ιδιαίτερης σημασίας για την σύγχρονη ιστορία των Σαρακατσάνων ήταν το γεγονός ότι από τους πρώτους που επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1942, 24 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στο Μεγαλοχώρι Σερρών, έφυγαν σαν μετανάστες στη Βραζιλία, με τα αθρόα κύματα μεταναστών που έφευγαν τότε από την Ελλάδα. Οι Σαρακατσάνοι αυτοί, ήμασταν εμείς, οι οικογένειες μας, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, τα αδέρφια μας, οι πατεράδες και η μάνες μας. Αρκετοί από αυτούς σήμερα κατοικούν μόνιμα στο δήμο Ελ.-Κορδελιού.


...και το τρένο ξεκίνησε από την Βυρώνεια, Χειμώνας του 1951, αρχές Δεκεμβρίου, 150 περίπου άτομα επιβιβάστηκαν με προορισμό τον Πειραιά, φορτηγά τους μετέφεραν από τον σταθμό σε ξενοδοχεία κοντά στο λιμάνι, ύστερα από δύο μέρες η επιβίβαση στο καράβι.  Τα συναισθήματα ανάμικτα, δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από την επιστροφή στην πατρίδα και ξανά στην ξενιτιά. Οι λόγοι της μετανάστευσης λίγο πολύ γνωστοί, η τραγική κατάσταση στην Ελλάδα λίγο μετά τον εμφύλιο τους οδήγησε στην απόφαση της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής.


Το καράβι σαλπάρισε από τον Πειραιά στις 2 Δεκεμβρίου με πρώτο σταθμό την Ιταλική Νάπολη, το πολιτισμικό σοκ για τους Σαρακατσάνους μεγάλο, οι περισσότεροι αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και τώρα θα έκαναν ένα ταξίδι 30 και πλέον ημερών με προορισμό το άγνωστο.  Τα ευτράπελα και τα προβλήματα στο καράβι πολλά για τους ανυποψίαστους Σαρακατσάνους ταξιδιώτες. Το σημαντικότερο η ναυτία, οι ζαλάδες και οι εμετοί εξάντλησαν άντρες –γυναίκες και παιδιά.  Η προσαρμογή τους στην καθημερινή υγιεινή με την χρήση τουαλετών, μπορεί σήμερα να προκαλεί το γέλιο, αλλά τότε αποτελούσε πρόβλημα.  Οι εκφράσεις χαρακτηριστικές «ιγώ δεν πααίνω εκεί, θέλω χορταράκια» έλεγαν οι μικρότεροι, οι γεροντότεροι πιο καυστικοί «άρε να ‘χα νια ραχούλα να πα’ να χέσω».


Στην Νάπολη παρέμειναν περίπου 15 ημέρες και φιλοξενήθηκαν σε ξενοδοχεία, η Ιταλία και οι Ιταλοί τους γοήτευσαν, όλοι αναφερόταν με τα καλύτερα για τους Ιταλιάνους.


Επόμενος σταθμός η Λισσαβόνα, έφτασαν στο λιμάνι αργά το βράδυ, μόλις χάραξε δειλά δειλά βγήκαν στο κατάστρωμα οι πρώτοι από τους δικούς μας, το θέαμα σοκάρισε και τους πιο ψύχραιμους για πρώτη φορά αντίκρισαν μαύρο «αράπ’» όπως τον έλεγαν, οι μικρότεροι έτρεξαν να φωνάξουν τους υπόλοιπους, «ιβγάτε όξω να ιδείτε γιομ’σε το καράβι αράπδες», η εικόνα μοναδική 150 άτομα να κοιτούν αποσβωλομένα τους νέγρους αχθοφόρους, κάποιοι τους πετούσαν φρούτα για να «φαν’ τα καημένα», όταν δε οι έγχρωμοι εργάτες τους αγρίεψαν, όλοι έτρεξαν να κρυφτούν.  Τις επόμενες μέρες η εξοικείωση με τους νέγρους ήταν εμφανής , αλλά και με των άλλων εθνικοτήτων επιβάτες, ένας Ιταλός μάλιστα έδωσε σε ένα δικό μας κάποιες γραβάτες, τις οποίες ο καψερός δεν ήξερε πως φοριέται η γραβάτα και απλά την έδενε στο λαιμό με κόμπο και όχι στο πουκάμισο λέγοντας, «άμα παιδάκι μ’ δε φοράς γραβάτα δεν εχ’ς σέβασ’» αγνοώντας τους υπόλοιπους που τον χλεύαζαν.


Το καράβι σταμάτησε στο Ντακάρ για ανεφοδιασμό αυτή ήταν και η τελευταία στάση, είχαν βγει πια στον ωκεανό..... εκεί η θάλασσα ήταν πιο άγρια, σαν βουνά περιγράφουν τα κύματα που χτυπούσαν το καράβι, οι ζαλάδες και οι εμετοί πιο έντονοι. Τραγικό γεγονός ο θάνατος του Μπαλάσκα του Δημήτρη κατά το ταξίδι. Ο μπάρμπα Μήτρος αναπόφευκτα θάφτηκε στην Βραζιλία.

Τα Χριστούγεννα γιορταστήκαν στο καράβι με τους καθολικούς Ιταλούς και Πορτογάλους, τους «κατολίγδες» όπως συνήθιζαν να τους λεν, είδαν για πρώτη φορά να φτιάχνουν φάτνη και να στολίζουν δέντρο, ενθουσιάστηκαν...

Κάποια στιγμή στο καράβι αποφασίζεται να γίνει ενημέρωση και επίδειξη πως θα αντιδράσουν σε περίπτωση ναυαγίου και ζητείται από όλους να φορέσουν τα σωσίβια, πεισμώνουν οι θκοι μας, δεν τα βάνουν «αποτί, ιμείς δεν τα βάνουμε» τότε ένας παρατήρησε έναν καθολικό ιερέα να φοράει το σωσίβιο του και λέει «ωρέ τηράτε κι ο παπάς το βάλε» λύθκαν στα γέλια και έτσι αποφάσισαν και τα φόρεσαν κι αυτοί.


Η ασυνήθιστη αυτή καθημερινότητα κράτησε περίπου 33 ημέρες ώσπου το Ιταλικής σημαίας καράβι έφτασε στον προορισμό του.  Αρχές Ιανουαρίου έδεσε ανοιχτά του Ρίο Ντε Τζανέιρο στην τότε Πρωτεύουσα της Βραζιλίας, καραβάκια τους μετέφεραν στο απέναντι νησάκι το «ΙΛΙΑ ΝΤΑΣ ΦΛΟΡΕΣ» ή νησί των λουλουδιών.  Η οδύσσεια των 55 ημερών, από την ημέρα που έφυγαν από την Ελλάδα, έλαβε τέλος.


Οι προσδοκίες μιας καλύτερης ζωής θα γινόταν πραγματικότητα ;


Τα μαντάτα δεν ήταν καλά, οι πληροφορίες που είχαν ήδη συγκεντρωθεί από το καράβι ήταν ανησυχητικές, «Τι πάτε να κάνετε εκεί, δεν έχει πρόβατα, δεν αντέχουν από την ζέστη», οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν στο νησί, πουθενά πρόβατα. Το μοναδικό επάγγελμα που γνώριζαν οι δικοί μας η κτηνοτροφία αιγοπροβάτων. τους πρότειναν την εκτροφή βοοειδών , αλλά οι Σαρακατσάνοι «τ’ ασκένονταν», ήταν αδύνατο γι' αυτούς να ασχοληθούν με κάτι διαφορετικό.  Ορισμένοι πριν καλά καλά πατήσουν το πόδι τους στην Βραζιλία είχαν ήδη τσεκάρει το εισιτήριο της επιστροφής. Ακούστηκε ότι θα πάνε Αργεντινή, εκεί είχε πρόβατα, ποιος όμως είχε το κουράγιο για νέες περιπέτειες.


Ύστερα από 9 μήνες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ωρίμασε η ιδέα της επιστροφής.


Αυτή τη φορά όμως έπρεπε να πληρώσουν και δεν ήταν λίγα τα χρήματα για ένα υπερατλαντικό ταξίδι, οι οικονομικές δυνατότητες περιορισμένες.  Ο ένας δάνειζε στον άλλο ώστε να συγκεντρωθούν τα χρήματα για τα ναύλα.


Το φθινόπωρο του 1952 η επιστροφή στην πατρίδα ήταν γεγονός, το ταξίδι είχε μικρότερη διάρκεια, 20 περίπου μέρες, καθώς το καράβι ήταν καλύτερο.

Άφιξη στον Πειραιά και επιβίβαση στο τρένο, η διαδικασία γνώριμη.


Που θα εγκατασταθούν όμως όλες αυτές οι οικογένειες, τώρα σίγουρα θα αναζητούσαν βοσκοτόπια.  Οι γεροντότεροι άρχισαν να ψάχνουν και τελικά βρήκαν τη γη της δικής τους επαγγελίας , τα λόγια έμπειρου τσοπάνου ήταν χαρακτηριστικά «κιο ιδώ παιδάκι μ’ ίνι το Ούντοβο». Αυτή η κουβέντα έφτανε για να πειστούν και οι υπόλοιποι. Ο τόπος αυτός δεν ήταν άλλος από το γνωστό σε όλους μας Καστρί.  Όταν έφτασαν οι γυναίκες στο Καστρί τρόμαξαν, «κιο τι γκρεμίλα ίνι αυτή π’ μας ιφιριτάν», «τι ούντοβο και παλαβομάρες λέγαταν».  Δυστυχώς όμως ήταν πραγματικότητα, μετά από 7 χρόνια όμως άρχισε η σταδιακή μετεγκατάσταση τους στην Ευκαρπία Σερρών.  Τα σπίτια και ο οικισμός που δημιουργήθηκαν απέκτησαν όνομα, τα «Βραζιλιώτικα» μια ταυτότητα και μια κληρονομιά που πάντα θα τους συνοδεύει.



"Το άρθρο είναι αφιερωμένο στην γιαγιά μου Παναγιώτα Τυχάλα, που συμμετείχε στο υπερατλαντικό αυτό ταξίδι και μου εξιστορήθηκε με όλες τις λεπτομέρειες τα γεγονότα".



Τυχάλας Αλέξανδρος

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για το όνομα "Σαρακατσάνος"


Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΑ ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ. Συντάκτης του άρθρου είναι ο Παύλος Κατρής πρώην πρόεδρος της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου.


Πολλοί συγγραφείς σχετικών με τους Σαρακα­τσάνους βιβλίων καθώς και συντάκτες σχετι­κών άρθρων, ασχολήθηκαν κατά καιρούς για το πότε εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γρα­πτό κείμενο, βιβλίο ή έγγραφο, η λέξη «Σαρακα­τσάνος». Το θέμα απασχόλησε τους μελετητές για­τί πίστευαν ότι η ανεύρεση θα βοηθούσε στο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που τους απασχόλησαν και δεν έχουν δοθεί μέχρι τώρα απαντήσεις καθολικά αποδεκτές. Τα ερωτήματα αυτά είναι το θέμα της καταγωγής των Σαρακα­τσάνων, της έναρξης της νομαδική ς ζωής των και της ετυμολογίας της λέξης «σαρακατσάνος» καθώς επίσης το πώς αποκαλούσαν τους Σαρακατσάνους πριν την καθιέρωση του ονόματος που αυτοί έχουν τώρα.

Η πρώτη χρονολογικά πηγή που αναφέρεται σα­φώς στους Σαρακατσάνους χωρίς όμως να τους κα­τονομάζει είναι ο Γάλλος Claude Fauriel στη Συλλο­γή τραγουδιών που εξέδωσε το 1824. Στο έργο αυ­τό και στα τραγούδια που αναφέρονται στον Κατσα­ντώνη παραθέτει ορισμένα στοιχεία για τους νομά­δες σκηνίτες, όπως τους αποκαλεί.

Το πρώτο, από τα μέχρι στιγμής γνωστά βιβλία, που αναφέρει τη λέξη «Σαρακατσάνος» είναι η «Χρονογραφία της Ηπείρου» του Παναγιώτη Αρα­βαντινού η οποία εκδόθηκε το 1856. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο Γάλλος Eugene Yemeniz πε­ριηγήθηκε στην Ελλάδα το 1852, εξέδωσε όμως το βιβλίο του «Scenes et recits des guerres de Ι' Independence, Grece moderne» το 1869 και στο οποίο περιέχει τη βιογραφία του Κατσαντώνη και μέσα σε αυτήν τη λέξη «Σαρακατσάνοι».

Υπάρχουν επίσης ορισμένα έγγραφα, πριν από την έκδοση της «Χρονογραφίας» που περιέχουν τη λέξη «Σαρακατσάνος». Ένα από αυτά δημοσι­εύθηκε στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας «Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα» και το οποίο είναι μαρτυρικό κατοίκων του Κουκουλίου Ζαγορίου του 1851 οι οποίοι ψάχνοντας για τα σύνορα του βοσκότοπου του χωριού απευθύνθηκαν στο Χρι­στόδουλο Τσουμάνη τον οποίο αναφέρουν ως Σαρακατσάνο. Το έγγραφο αυτό περιέχεται στο 2ο τόμο του έργου της Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Παλαιότερο από αυτό (28/5/1849) είναι η απο­λογία προς τον υπομοίραρχο Ανδρίκο Κάππα, του ληστή Τριαντάφυλλου Καρατζόπουλου ο οποίος συμμετείχε σε ληστρική ομάδα Όταν ρωτήθηκε ο ληστής να κατονομάσει τους συντρόφους του, με­ταξύ αυτών αναφέρει και τον Στέριο Μάλιαρο, Σα­ρακατζάνο. Η απολογία αυτή, η οποία δημοσιεύ­θηκε για πρώτη φορά από τον Ι. Κολιόπουλο, εθε­ωρείτο για πολλά χρόνια ως το παλαιότερο έγ­γραφο που αναφέρει τη λέξη Σαρακατζάνος. Υπάρχουν μετά από αυτήν αρκετές καταθέσεις από τη δεκαετία 1850-60 στο «αρχείο Βακάλο­γλου» που αναφέρουν τη λέξη.

Στο δεύτερο επιστημονικό συνέδριο των Σαρα­κατσαναίων στη Θεσσαλονίκη σε εισήγησή του ο Χρήστος Ράπτης ανέφερε ότι έχει αντίγραφο εγ­γράφου του 1838 που αναφέρει τη λέξη «σαρακα­τσάνος». Επειδή όμως οι εισηγήσεις του Συνεδρί­ου αυτού δυστυχώς δεν δημοσιεύθηκαν ακόμα, το έγγραφο αυτό δεν έχει μέχρι τώρα δει το φως της δημοσιότητας.

Στα «Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα» ασχολούμα­στε εδώ και αρκετό καιρό με τη σύνταξη των γε­νεαλογικών δένδρων των Σαρακατσάνων της Ηπεί­ρου. Στα περισσότερα από αυτά υπάρχει παράδοση ότι κατάγονται από την Αιτωλοακαρνανία και ότι ήρθαν στην Ήπειρο την περίοδο 1800-1850. Ψά­χνοντας για πηγές που θα τεκμηριώνουν την πα­ρουσία των Σαρακατσάνων στην Αιτωλοακαρνανία συνάντησα έγγραφα, δημοσιευμένα και μη, τα οποία κάνουν λόγο για εποικισμό νομάδων Σαρακατσάνων καθώς και νομάδων Καραγκούνηδων από το 1835 σε νεοσύστατα χωριά της περιοχής.

Από την Αιτωλοακαρνανία πηγαίνουμε στη Φθιώ­τιδα η οποία είχε προσαρτηθεί στην ελεύθερη τό­τε Ελλάδα όπου έχουμε επίσης εποικισμό Σαρακα­τσάνων με Βασιλικά Διατάγματα τα οποία όμως δεν δημοσιεύθηκαν. Γύρω από τον εποικισμό των Σαρακατσάνων στη Φθιώτιδα υπάρχουν στα αρ­χεία του Υπουργείου Εσωτερικών αρκετά έγγραφα και επιστολές, από το 1834-1835 τα οποία σαφώς αναφέρουν τη λέξη Σαρακατσάνος. Αντίγραφα από τα έγγραφα αυτά, παρουσιάζονται σήμερα για πρώτη φορά στα «Σαρακατσάνικα Χαιρετή­ματα». Σημειώνεται ότι πολλά από τα έγγραφα εί­ναι γραμμένα στα Γαλλικά καθότι είμαστε στην εποχή της Αντιβασιλείας και έπρεπε να ενημερω­θούν οι εγγυήτριες δυνάμεις της Βασιλείας του Όθωνα.

Σταδιακά θα παρουσιασθούν όλα αυτά τα έγ­γραφα τα οποία αποτελούν ιστορικά ντοκουμέντα για τους Σαρακατσάνους. Πέρα από τη λέξη «Σα­ρακατσάνος» που όπως αναφέρθηκε συναντάμε γραπτά για πρώτη φορά, έχουμε στα έγγραφα αυ­τά ευρεία χρήση της λέξης «βλαχοποιμένες» με την οποία είναι γνωστό ότι αποκαλούν τους σαρα­κατσάνους στα απομνημονεύματά τους ο Κασο­μούλης και ο Φωτάκος.

Είμαι βέβαιος ότι συνέχιση της έρευνας σε αρ­χειακές πηγές θα φέρει στο φως της δημοσιότητας και παλαιότερα έγγραφα από αυτά του 1834 με σημαντικά στοιχεία για την παράδοση και την ιστορία των Σαρακατσάνων.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

ΕΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΩΣ ΓΝΗΣΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


Πριν από 80 περίπου χρόνια στις 5 Αυγούστου 1926, στο Νησί στα Γιάννενα, συγκλήθηκε πιθανόν το πρώτο Συνέδριο Σαρακατσαναίων στην Ελλάδα. Η εφημερίδα «Ηπειρωτική Ηχώ» της επόμενης ημέρας γράφει:




ΕΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΝ ΩΣ ΓΝΗΣΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


Παρατίθεται απόσπασμα από τα παραπάνω άρθρο: Χθες συνήλθον εις Νήσον αντιπρόσωποι 300 οικογενειών Σαρακατσαναίων σκηνιτών οι οποίοι συνεζήτησαν το ζήτημα της γεωργικής των αποκαστάσεως εκδόσαντες το κάτωθι ψήφισμα το οποίο απέστειλαν προς την Κυβέρνησιν και τον Αθηναικόν τύπον και επέδωκαν προς τον κ. Γενικόν διοικητήν και τον εγχώριον τύπον. «Αντιπρόσωποι Σαρακατσαναίων Ηπείρου εκπροσωπούντες εντολήν και γνώμας όλων Σαρακατσαναίων Ηπείρου συνελθόντες εις λαϊκόν Συνέδριον εις Νήσον Ιωαννίνων ίνα συζητήσουν περί καθωρισμού καταστάσεώς των απεφάσισαν: Παρακαλούν σεβαστήν Κυβέρνησιν και Επιτροπήν Αποκαταστάσεως λάβουν μέτρα και αποκαταστήσουν και νομάδας πλανωμένους σαρακατσαναίους Ηπείρου πάντας γνωστοτάτους και πλέον αμειγείς συνείδησιν και αίμα έλληνες εις μονίμους γεωργοκτηνοτροφικούς συνοικισμούς.

……………………………………………


Ουδένα αντιπρόσωπον ελληνικής πατρίδος βλέπομεν, ούτε διδάσκαλον, ούτε ιερέα, ούτε ταχυδρόμον, ούτε πρόεδρον κοινότητος πλην δημοσίου εισπράκτορος, αγρίου απαοσπασματάρχου και στρατολόγου το δε υπόλοιπον της καταστάσεώς μας το συμπληρώνουν οι λησταί.

……………………………………………………………..



Οι αντιπρόσωποι των τριακοσίων περίπου οικογενειών Σαρακατσαναίων Ηπείρου. Ν. Γ. Τσουμάνης, Κώστας Χ. Κάτσινος, Γρηγόριος Δ. Ζήγος, Μάνθος Μυριούνης, Ευάγγελος Καζούκας, Ανδρέας Κ. Φερεντίνος.

Τα παραπάνω περιλαμβάνονταν στην εισήγηση του κου Τάγκα Δημητρίου, προέδρου της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου, στο Οργανωτικό Συνέδριο στην Ηγουμενίτσα.

Για να διαβάσετε όλη την εισήγηση πατήστε εδώ.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια των Σαρακατσαναίων στα Σκόπια


Πως 4.000 περίπου Σαρακατσαναίοι με έντονη Ελληνική συνείδηση ταλαιπωρήθηκαν, εκτοπίστηκαν και υποχρεώθηκαν εντέλει μεταξύ 1963-68 να έρθουν στην Ελλάδα.


Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 26/1/95 και αναδημοσιεύθηκε σε ομογενείς εφημερίδες σε Αυστραλία και ΗΠΑ. Αν δεν κάνουμε λάθος το άρθρο είναι του Δημήτρη Γαρούφα, δικηγόρου και συγγραφέα του βιβλίου "Οι Σαρακατσάνοι ομογενείς μας στη Βουλγαρία και την περιοχή των Σκοπίων" που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992 από τον εκδοτικό οίκο Κυριακίδη.


Όταν το 1941 η Γερμανία εισέβαλε στα Βαλκάνια και κατέλαβε Σερβία, Ελλάδα κλπ, στη νότια Σερβία, στην περιφέρεια Βαρδαρίου (όπως ονόμαζαν οι Σέρβοι την περιοχή του σημερινού κρατιδίου των Σκοπίων) υπήρχε ένα μωσαϊκό εθνοτήτων.

Υπήρχαν Αλβανόφωνοι, Βουλγαρόφωνοι, οι Σλαβόφωνοι, οι μουσουλμάνοι τουρκογενείς και στη νότια περιοχή σημαντικός αριθμός γραικομάνων (δηλαδή σλαβόφωνων πολιτών ελληνική συνείδηση) και δεκάδες χιλιάδες βλαχόφωνων στην περιοχή Μοναστηρίου που ήταν τρίγλωσσοι. Υπήρχαν και περίπου 4.000 Σαρακατσαναίοι με έντονη Ελληνική συνείδηση, που μιλούσαν μόνο την Ελληνική γλώσσα και μέχρι τότε ζούσαν αυτόνομοι ως νομάδες (δεν υπηρετούσαν στρατιωτική θητεία στη Σερβία, δεν χρησιμοποιούσαν τα σέρβικα δικαστήρια κάνοντας χρήση των σ'ναφικών δικαστηρίων κλπ.).

Για να δει κάποιος την εξέλιξη του κρατιδίου των Σκοπίων και πως με εκβιασμούς και καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων προσπάθησε ο Τίτο να δημιουργήσει αυτό το κρατίδιο και την ανύπαρκτη "μακεδονική" εθνότητα, πρέπει να δούμε την τύχη και πορεία της Ελληνικής μειονότητας και ειδικά των Σαρακατσαναίων, που ήταν η πιο δυναμική Ελληνική ομάδα.

Οι Σαρακατσαναίοι ζούσαν νομαδικά στις περιοχές των Γευγελής, Μοναστηρίου κλπ. Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα και μέχρι το 1944 δεν είχαν επαφές με τους ντόπιους, μιλούσαν μόνο ελληνικά και είχαν προσωρινές ταυτότητες του Σερβικού κράτους με Ελληνικά ονοματεπώνυμα και την ένδειξη "Ελληνικής καταγωγής και εθνότητας". Με τη δημιουργία του κρατιδίου υποχρεώθηκαν όλοι οι Σαρακατσαναίοι να υπογράψουν κάποια δήλωση εν λευκώ, την οποία στην συνέχεια συμπλήρωσαν οι αρχές του νεοσύστατου κρατιδίου και εξέδιδαν νέες ταυτότητες. Κατ' αρχήν στις νέες ταυτότητες τους έδιναν σλαβικά επίθετα. Συνήθως έπαιραν το όνομα του πατέρα, πρόσθεταν την κατάληξη "εφ" ή "ωφ" και το έκαναν επίθετο. Δηλαδή ο Βαγγέλης Μαριόλας του Χρήστου γινόταν πλέον "Χρήστεφ", ενώ πουθενά δεν φαινόταν πλέον η Ελληνική καταγωγή.

ΕΚΤΟΠΙΣΗ

Επειδή υπήρξαν αντιδράσεις έντονες από τους Σαρακατσαναίους, το 1947 παρέπεμψαν σε δίκη 6 Σαρακατσαναίους (Μαργιόλα, Χ. Αποστόλου, Χ. Μπάρτζιο, Ι. Τζελέπη, Γ. Χουσνή κλπ.) με την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ της Ελλάδας και το Στρατοδικείο του νεοσύστατου κρατιδίου τους καταδίκασε σε πολυετείς φυλακίσεις.

Ταυτόχρονα, σαν διοικητικό μέτρο αποφασίζεται ο εκτοπισμός των Σαρακατσαναίων (που βρίσκονταν στις περιοχές Γευγέλης, Στρωμνίτσας κλπ) σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων από τα Ελληνικά σύνορα, στην περιοχή του Στιπ και Τίτο Βέλες. Ορίζεται ότι σε απόσταση 70 χιλιομέτρων από τα Ελληνικά σύνορα η σύλληψη κάποιου από αυτούς θα θεωρείται αδίκημα και στις νέες ταυτότητες που τους δίνουν υπάρχει και η ένδειξη "Κ" που σήμαινε ταυτόχρονα "Καρακατσάνος", αλλά και "Κοντρόλ" μιμούμενοι προφανώς το αστέρι που έβαζαν οι Γερμανοί στους εβραίους. Εκτοπίζοντάς τους, παίρνουν και τα κοπάδια με τα πρόβατα χωρίς καμιά αποζημίωση με ένα σατανικό σχέδιο: Έβγαλαν μια διαταγή, ότι στις ενοικιάσεις λιβαδιών θα συμμετέχει μόνο ο αρχιτσέλιγκας, δηλαδή ο αρχηγός ομάδας συγγενικών οικογενειών συνήθως, δηλώνοντας στο όνομά του το όλο Βοιός που είχε το τσελιγκάτο. Μόλις έγινε αυτό, βγάλανε νέα διαταγή με την οποία ορίζονταν πως όποιος δήλωσε πάνω από 400 πρόβατα κατάσχονται τα παραπάνω χωρίς αποζημίωση υπέρ του κράτους κι έτσι μόνο από την περιοχή της Γευγελής κατασχέθηκαν την 1/4/1947 περίπου 35.000 πρόβατα χωρίς καμία αποζημίωση.

Οι εκτοπισμένοι στις βόρειες περιοχές Σαρακατσαναίοι υποχρεώθηκαν να φοιτήσουν σε σχολείο όπου μάθαιναν τη "μακεδονική γλώσσα", ενώ η χρήση της Ελληνικής σήμαινε τιμωρία και γι΄αυτό οι γονείς τη μάθαιναν κρυφά στα παιδιά χαράσσοντας τα ελληνικά γράμματα σε ξύλινες πλάκες και μιλώντας ελληνικά μόνο τα βράδια στα σπίτια και χρησιμοποιώντας τα μόνο σε κοινωνικές σχέσεις μόνο τα ελληνικά επίθετα.

Ταυτόχρονα, οι φυλακισμένοι μεταφέρονταν από φυλακή σε φυλακή. Εκεί από ό,τι μου έλεγε ο Βαγγέλης Μαργιόλας που ήταν 20 χρονών τότε και είχε καταδικαστεί σε πολυετή φυλάκιση, συνάντησαν εκατοντάδες φυλακισμένους που καταδικάστηκαν με "στημένες" κατηγορίες, μόνο και μόνο γιατί σε συγκεκριμένες ενέργειες έδειχναν εμμονή στην ελληνική συνείδηση. Τα βασανιστήρια ήταν στην ημερήσια διάταξη κι έτσι του Β. Μαργιόλα του βγάλανε τα νύχια των ποδιών, ενώ ο ίδιος κατονόμασε δύο βλαχόφωνους, τους Χ. Σίδα από το Μοναστήρι και τον Γ. Γούδα από το Τίτο Βελές, που εκτελέστηκαν από τους φρουρούς μέσα στη φυλακή, ο ένας με ρόπαλα και ο άλλος από τα καθημερινά βασανιστήρια, ενώ την ίδια εποχή όσοι αντιδρούσαν στη "μακεδονοποίηση" εκτοπίζονταν ή δημεύονταν οι περιουσίες τους.

Ο Β. Μαργιόλας έμεινε 7 χρόνια στη φυλακή χωρίς να υποκύψει και μόνο το 1954-1955 επέτρεψαν πάλι στους Σαρακατσαναίους να κατεβαίνουν προς τα νότια Ελληνικά σύνορα, ενώ οι πιέσεις που δέχονταν ήταν συνεχείς και στην προσπάθεια αφομοίωσης έδωσαν υποτροφίες για σπουδές πανεπιστημιακές σε 3-4 νέους από πατριαρχικές οικογένειες, με στόχο ν' αρχίσει η αφομοίωση (και οι 4 αυτοί που πιέστηκαν να σπουδάσουν εκεί, σήμερα είναι πετυχημένοι επιχειρηματίες στη Θεσσαλονίκη και ο ένας από αυτούς την περίοδο 1975-1982 διετέλεσε δήμαρχος Ν. Κορδελιού Θεσσαλονίκης). Αυτή την εποχή άρχισαν να έρχονται από την Τασκένδη κάποιοι πολιτικοί πρόσφυγες που με δέλεαρ την εργασία, νέο σπίτι, και γειτνίαση με Ελλάδα, είχαν δεχθεί να δηλώσουν ότι είναι "Μακεδόνες". Αυτοί είπαν στις αρχές των Σκοπίων ότι οι Σαρακατσαναίοι δεν πρόκειται να αφομοιωθούν και ότι η παρουσία τους εκεί θα ξεσηκώσει και τους άλλους ελληνικής καταγωγής (μάλιστα ο Β. Μαργιόλας σε τηλεοπτική εκπομπή της ΕΤ3 που συμμετείχαμε το 1992 κατονόμασε τους εισηγητές αυτούς) και γι' αυτό αποφασίστηκε η εκδίωξή τους στην Ελλάδα ως "μη αφομοιώσιμης πληθυσμιακής ομάδας"…

ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΛΛΑ…

Εν όψει της νέας τακτικής το 1956 επιτροπή των Σαρακατσαναίων επισκέπτεται την Ελληνική πρεσβεία και ζητεί βοήθεια, αλλά η απάντηση από την Ελληνική κυβέρνηση ήταν ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει η Ελλάδα γιατί "είναι μικρή χώρα και φτωχή" και δεν μπορεί να πιέσει (ζουν ακόμη κάποιοι από αυτούς που πήγαν ως επιτροπή) κι επειδή οι πιέσεις για φυγή ή αφομοίωση συνεχίζονταν, αναγκάστηκαν και έφυγαν οι Σαρακατσαναίοι από τα Σκόπια. Την περίοδο 1963-1968 έφυγαν περίπου 3.500 άτομα που εγκαταστάθηκαν όλοι σχεδόν στην περιοχή Ελευθερίου - Κορδελιού Θεσσαλονίκης όπου ζουν και σήμερα και αποτελούν το 25% του Δήμου Ελευθερίου και μάλιστα την περίοδο 1975-82 εξέλεγαν δήμαρχο έναν από τους λίγους που είχαν σπουδάσει εκεί, τον Γιάννη Γεωργίου, ο οποίος αρνήθηκε υποσχέσεις για "σταδιοδρομία σκοπιμότητας" και ήρθε στην Ελλάδα, όπου τα πρώτα χρόνια δούλευε εργάτης, και είναι ένας θαυμάσιος άνθρωπος.

Από τις χιλιάδες των Σαρακατσαναίων έμειναν στο κρατίδιο περίπου 100-150 οικογένειες (8 οικογένειες στον Τύρναβο, 10 στην Νιζόπολη κλπ) όπου ζουν μαζί με βλαχόφωνους και οι περισσότεροι έχουν κάνει μικτούς γάμους με βλαχόφωνους, και οι αλήθεια είναι ότι και σήμερα υφίστανται πιέσεις από τις αρχές του κρατιδίου και μάλιστα όταν το 1992 πήγε τηλεοπτικό συνεργείο από τοπικό κανάλι της Θεσσαλονίκης με επικεφαλής το δημοσιογράφο Φ. Φουντουκίδη και μίλησαν για ελληνική καταγωγή, δέχθηκαν απανωτές επισκέψεις των αρχών του κρατιδίου.

Από τους 3.500 Σαρακατσαναίους που ήρθαν από την περιοχή Σκοπίων, όσοι είναι πάνω από 30 χρονών γεννήθηκαν εκεί, έζησαν όλα όσα προανέφερα και παραστατικά για τις περιουσίες τους που δημεύτηκαν, για τα ονοματεπώνυμα που άλλαξαν, για τα "κρυφά σχολειά" που άνοιξαν στα καλύβια να μαθαίνουν την Ελληνική γλώσσα, μέχρι το 1968 στα Σκόπια.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι η ζωντανή μαρτυρία για την ολιγωρία του Ελληνικού κράτους, για την ολιγωρία των μέσων ενημέρωσης, που σχεδόν ποτέ δε μίλησαν για το δράμα τους, για την μεροληψία των οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί κάποιος που βρίσκονταν το επίσημο Ελληνικό κράτος όταν αυτοί οι Σαρακατσαναίοι την περίοδο 1945-1968 διώκονταν; Πού ήταν να διαμαρτυρηθεί η Ελλάδα όταν με το ζόρι τους άλλαζαν τα ονοματεπώνυμα, όταν τους φυλάκιζαν, και όταν τους εκτόπιζαν; Που ήταν να διαμαρτυρηθεί η Ελλάδα όταν μόνο από την Γευγελή τους πήραν 35.000 πρόβατα χωρίς αποζημίωση;

Φοβάμαι ότι δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση γιατί τα λάθη του Ελληνικού κράτους ήταν "κατ' εξακολούθησιν" και αυτά πληρώνουμε και σήμερα. Όλα αυτά δίνουν απάντηση και ερώτημα μερικών γιατί δεν "καταγράφεται" ελληνική μειονότητα στα Σκόπια… Απλά γιατί η ηγεσία της εξουδετερώθηκε την περίοδο 1945-1960 και γιατί χρησιμοποιήθηκαν ποικίλα μέσα για την αφομοίωση, στους βλαχόφωνους καλλιεργείται η συνείδηση άλλης εθνότητας, ενώ όσοι αντιστέκονταν σθεναρά εκτοπίζονταν, φυλακίζονταν, και αν ακόμη αντιδρούσαν στην"καμεδονοποίηση" εκδιώκονταν, ενώ το ελληνικό κράτος σιωπούσε.

Τελειώνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι όλα αυτά δεν είναι υπερβολές γιατί υπάρχουν χιλιάδες Σαρακατσαναίοι στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης που τα έζησαν, και κάποτε πρέπει να γραφτεί η ιστορία και αυτού του Ελληνισμού, ενώ πρέπει να υποχρεώσουμε κάποιους οργανισμούς που προασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα να ερευνήσουν, να μιλήσουν με αυτούς τους ανθρώπους, για να δουν πως δημιουργήθηκε αυτό το κρατίδιο και σε πόσες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στηρίχθηκε η "μακεδονοποίηση" αυτών που κατοικούν σ' αυτό το κρατίδιο. Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ότι η Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μικρή, αλλά μικροπρεπής ήταν η συμπεριφορά αυτών που το 1955 αρνήθηκαν βοήθεια στο δοκιμαζόμενο Ελληνισμό των Σκοπίων, σ' αυτούς τους Σαρακατσαναίους που έδιωξε το καθεστώς των Σκοπίων ως "αναφομοίωτη πληθυσμιακή ομάδα".

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων


Ομιλία του Βασίλη Μόλαρη
Πρώτο Συνέδριο Σαρακατσαναίων Ελλάδος & Διασποράς
Αθήνα, 9 & 10 Μαρτίου 1996
Πολεμικό Μουσείο Αθηνών

Πηγή : Πρακτικά Πρώτου Συνεδρίου Σαρακατσαναίων Ελλάδος & Διασποράς

Οι Σαρακατσαναίοι είναι νομάδες κτηνοτρόφοι, ασχολούμενοι με την εκτροφή μόνο αιγοπροβάτων και με εξαμηνιαίες μεταναστεύσεις, σε βουνά το καλοκαίρι και στους κάμπους το χειμώνα, και εξασφαλίζουν την επιβίωση των κοπαδιών τους εκμεταλλευόμενοι τη φυσική πανίδα. Ζούσαν μέσα σε καλύβες, οργανωμένοι κατά φάρες σε “τσελιγκάτα” με έναν τρόπο ζωής πού θα τον χαρακτηρίζαμε ως τον οικολογικότερο τρόπο ζωής, αλλά και τον αρχαιότερο.

Ακραιφνείς Έλληνες, με πανάρχαιες καταβολές είναι οι Σαρακατσάνοι όπως επισημαίνουν διαπρεπείς επιστήμονες, Έλληνες και ξένοι, όπως ο Δανός γλωσσολόγος Hoeg(1-13), η αείμνηστη Αγγελική Χατζημιχάλη(2), ο καθηγητής Ανθρωπολόγος, και πρόεδρος της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος, Άρης Πουλιανός(3), ο οποίος μάλιστα ανάγει τις καταβολές των Σαρακατσαναίων στην απώτερη Παλαιολιθική εποχή και τους θεωρεί τον αρχαιότερο λαό της Ευρώπης, και το πρώτο πελασγικό φύλο.

Οι καθηγητές Δημήτριος Θεοχάρης(4) και Σωτήρης Δάκαρης(5) σε αντίστοιχα έργα τους μας αναφέρουν ότι μετά την Παλαιολιθική εποχή, την εποχή του κυνηγού-θηρευτή την διαδέχεται η εποχή της νομαδικής κτηνοτροφίας, η ζωή πίσω από τα ζώα τα κοπάδια.

Ο εγκυρότατος ως σήμερα αρχαιοέλληνας ιστορικός Θουκυδίδης(6) μας αναφέρει ότι οι πρώτοι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι.

Πιστεύω ότι δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσουμε τους Σαρακατσάνους πρωτοέλληνες(7), διότι διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας αναλλοίωτοι, κυρίως όσον αφορά τον τρόπο ζωής των και την αυστηρή ενδογαμία πού κυριαρχούσε μεταξύ τους.

Ο νομαδικός τρόπος ζωής των Σαρακατσαναίων απαντάται και στην αρχαιότητα. Ο κόσμος του Ομήρου(8), όπως παρουσιάζεται στα έργα του, “ΙΛΙΑΔΑ” και ”ΟΔΥΣΣΕΙΑ”, είναι ο κόσμος πού βασίζεται κυρίως στην κτηνοτροφία, και στα έργα του βρίσκουμε πλήθος ομοιότητες στην κτηνοτροφική κυρίως ορολογία μεταξύ της Ομηρικής γλώσσας και αυτής των Σαρακατσαναίων.

Ο Σοφοκλής στο έργο του “ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ”(9) μας αναφέρει διάλογο βοσκών για εξαμηνιαίες μεταναστεύσεις κοπαδιών. Ο Πίνδαρος(10) κάνει αναφορά για νομάδες κτηνοτρόφους στην Πίνδο, στην χώρα των Μολοσσών. Ο ιστορικός Στράβων(11) μας αναφέρει για νομάδες κτηνοτρόφους στα όρη της Ροδόπης στη Θράκη και μάλιστα τους αποκαλεί “καλυβήτες”. Ο ιστορικός και βιογράφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου Αρριανός(12), μας αναφέρει δια στόματος του Αλεξάνδρου ότι στα στρατεύματα των αρχαίων Μακεδόνων συμπεριλαμβάνονται και νομάδες της Μακεδονίας.

Στους ίδιους χώρους όπου μας πληροφορούν οι αρχαιοέλληνες συγγραφείς ότι υπάρχει νομαδική κτηνοτροφία, ακριβώς στους ίδιους γεωγραφικούς χώρους συναντούμε και τους νομάδες κτηνοτρόφους Σαρακατσάνους, στην Πίνδο, στην Μακεδονία, στην Θράκη ως τα μέσα του αιώνα μας, όπου δεν έλειψε ο νομαδικός τρόπος ζωής.

Οι Σαρακατσαναίοι ανάλογα με τον τόπο όπου συνηθίζουν να ξεχειμωνιάζουν, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, παίρνουν και τον αντίστοιχο γεωγραφικό χαρακτηρισμό. Έτσι, τους χωρίζουμε σε τέσσερις μεγάλες ομάδες σε τέσσερις διαφορετικούς χώρους. Αυτούς πού συνήθιζαν να ξεχειμωνιάζουν στην Νότια Ελλάδα, προς την Πελοπόννησο (Μοριά) τους αποκαλούν “Μοραΐτες” και αυτούς πού ξεχείμαζαν προς το Ιόνιο της Ηπείρου “Ηπειρώτες”. Αυτούς πού ξεχείμαζαν στις πεδιάδες και στα παράλια προς την Κωνσταντινούπολη (Πόλη) τους αποκαλούν “πολίτες” και αυτούς πού ξεχειμωνιάζουν στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στα χειμαδιά στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής τους αποκαλούν “Κασσανδρινούς” Σαρακατσαναίους. Και σ’ αυτούς θα εστιάσουμε την προσοχή μας, Στους Σαρακατσαναίους “Κασσανδρινούς”, πού ζουν το νομαδικό τρόπο ζωής στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και μάλιστα όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω κινούνται ακριβώς στον ιστορικό γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.

Οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι ξεχειμωνιάζουν στα χειμαδιά Χαλκιδικής πέριξ του Πολυγύρου, στη Σιθωνία, την Κασσάνδρα, την Θέρμη, την Καλαμαριά κοντά στον Εχέδωρο ποταμό (Γαλλικό), στη Θεσσαλονίκη, στα παράλια του νομού Πιερίας, στους κάμπους του νομού Σερρών αλλά και στους κάμπους της περιοχής Γευγελής και Δοϊράνης.

Την Άνοιξη ανέβαιναν στα βουνά του Ολύμπου, Βερμίου, Πάϊκου, του ορεινού συγκροτήματος του όρους Βόρας Καϊμάκ - Τσαλάν), -οι βόρειες προεκτάσεις του οποίου φθάνουν ως την πόλη των αρχαίων Στοβών, πού σήμερα βρίσκονται στην επικράτεια του κρατιδίου των Σκοπίων-, στα βουνά Πισσοδερίου Φλώρινας, Περιστερίου και Κράβας στην περιοχή του Μοναστηρίου, στο Μπέλλες, στα Κρούσια, στο Λαϊλιά Σερρών κ.ά.

Η βίαιη μετανάστευση πολλών τσελιγκάτων από την Πίνδο κατά τα τελευταία 200 χρόνια στην περιοχή της Μακεδονίας αλλά και της Θράκης αύξησε τον αριθμό των Τσελιγκάτων πού προϋπήρχαν στην βόρεια Ελλάδα. Η αναζήτηση καλύτερων λιβαδιών και η ανεπάρκειά τους, οι κακοχειμωνιές και οι επιδημίες ανάγκασαν ένα σημαντικό αριθμό τσελιγκάτων να κινηθούν πολύ βορειότερα, προς τα βουνά της Σερβίας, και σύμφωνα με μαρτυρίες γερόντων η μετακίνηση προς τη Σερβία αρχίζει περίπου τη δεκαετία του 1880.

Τα τσελιγκάτα κινούνται βόρεια, από το Μοναστήρι στα βουνά της Στρούγκας, στα βουνά Τσούκα -περιοχή αρχαίας πόλης των Στόβων- βορειότερα στο όρος Mokra Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και ακόμη βορειότερα στην οροσειρά Kapaonik στο Κοσσυφοπέδιο. Μερικές φορές πήγαιναν ακόμα δυτικότερα προς την πόλη Σκόδρα της Αλβανίας.

Στα βουνά γύρω από την πόλη Nis, την πόλη του Leskovats, την πόλη του Pirot, στα βουνά Bello Palanka, Bello Polia, Kriva Palanka, και στις περιοχές ανατολικότερα πού σήμερα βρίσκονται στη βουλγαρική επικράτεια, Berkovitsa, Mihailvgrand, στα βουνά Peresi Vartor, στην περιοχή του Lom πού βρίσκεται κοντά στο Δούναβη, στα τριεθνή σύνορα Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας. Οι μετακινήσεις στις προαναφερόμενες περιοχές γίνονταν χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, μίας και ανήκαν στην ενιαία τότε Τουρκική Βαλκανική Επικράτεια, πού περιελάμβανε αυτές τις περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέφευγαν διάφορους φόρους -χαράτσια- πού τους επέβαλλαν οι Τούρκοι κατά τις μετακινήσεις τους αλλά και κατά τις ενοικιάσεις λιβαδιών.

Με την απελευθέρωση των Βαλκανίων από τους Τούρκους και με τη χάραξη νέων συνόρων στα Βαλκάνια, σύμφωνα με την Συνθήκη της 10/8/1913 του Βουκουρεστίου, οι Κασσανδρινοί Σαρακατσαναίοι βρίσκονται χωρισμένοι σε τρεις επικράτειες: της Ελλάδος, της Σερβίας και της Βουλγαρίας.

Οι αποκλεισμένοι Σαρακατσάνοι στις χώρες της Βουλγαρίας και Σερβίας απέκτησαν αργότερα τους ανάλογους γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς. Έτσι οι “Κασσανδρινοί” Σαρακατσαναίοι της Θράκης απέκτησαν γεωγραφικό όρο “Βουλγαρινοί“ Σαρακατσαναίοι, το αντίστοιχο για τους Σαρακατσαναίους της Σερβίας, “Σερμπιάνους” και -επαναλαμβάνω- πρόκειται για καθαρά γεωγραφικούς χαρακτηρισμούς,

Και είναι λυπηρό και λάθος να διαβάζουμε σήμερα σε έντυπα χαρακτηρισμούς όπως Σερβοσαρακατσάνοι, Βουλγαροσαρακατσάνοι, ή Σέρβοι Σαρακατσάνοι, και Βούλγαροι Σαρακατσάνοι, δίνοντας τροφή σε προπαγανδιστές πού δίνουν άλλες ερμηνείες του γεωγραφικού όρου. Το ορθότερο είναι νά λέμε Σαρακατσαναίοι της Σερβίας, ή της Βουλγαρίας. Οι Σαρακατσαναίοι του κράτους της Βασιλευόμενης Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας συνεχίζουν νά ασκούν τον παραδοσιακό νομαδικό τρόπο ζωής και διατηρούν την Ελληνική ιθαγένεια.

Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι τους απαγόρευσαν νά περάσουν στην Ελληνική επικράτεια, διότι ήταν αρκετά χρήσιμα τα τσελιγκάτα με τις χιλιάδες αιγοπρόβατα και τα προϊόντα τους.

Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι κατά την δεκαετία του 1930 άρχισαν νά στρατεύουν τους Σαρακατσαναίους, όμως δόθηκαν κάποιες λύσεις, όπως η εξαγορά της θητείας επειδή ήταν Σέρβοι ως προς την εθνικότητα. Αξίζει νά αναφερθεί ότι η περιοχή της Νότιας Σερβίας, δηλαδή η περιοχή πού καταλαμβάνει το σημερινό κρατίδιο των Σκοπίων αποτελούσε ξεχωριστή επαρχία με την ονομασία Vardarska Banovina.

Οι Σαρακατσαναίοι τους εθνολογικούς διαχωρισμούς στην επαρχία αυτή της Vardarska Banovina τους έκαναν βάσει της γλώσσας την οποία μιλούσαν οι διάφορες λαότητες.

Τους ομιλούντες αλβανικά τους αποκαλούσαν Αλβανούς (Σκιπιτάρ), τους ομιλούντες σερβικά Σέρβους, τους ομιλούντες βουλγαρικά Βούλγαρους. Πουθενά δεν έβρισκαν “μακεδονική γλώσσα” ή “Μακεδονικό” έθνος. Αυτά ήταν νέα δημιουργήματα και εμφανίσθηκαν ευρέως μετά το 1940.

Η απαγόρευση φυγής Σαρακατσαναίων από την Σερβική επικράτεια και ο πάγιος σκοπός φυγάδευσης προς την Ελληνική επικράτεια, έκανε τους Σαρακατσαναίους να κινούνται κοντά στα Ελληνικά σύνορα(14), ώσπου οι συνθήκες επιτρέψουν τη διέλευσή τους στην πατρίδα.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον 1940, και την Γερμανική κατοχή, έρχεται και η Βουλγαρική κατοχή στην επαρχία Βαρδαρίου.

Οι Βούλγαροι επίσης δεν αφήνουν τους Σαρακατσαναίους νά εισέλθουν προς το χώρο της Ελλάδος, συγχρόνως φέρονται εχθρικά και λεηλατούν τσελιγκάτα, ήταν νωπές οι μνήμες από τον Μακεδονικό Αγώνα και η έντονη αντιπαράθεσή τους. Παρά την αυστηρή επιτήρηση των Βουλγάρων, 40 περίπου οικογένειες Σαρακατσαναίων κατά τα έτη 1942-1944 περνούν στο χώρο της Ελληνικής επικράτειας, είτε από την περιοχή του Γευγελή, είτε από τα βουνά της Βροντούς των Σερρών, και εγκαθίστανται στους νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών.

Με την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής έχουμε την ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών του Τίτο και την επαρχία της Vardarska Banovina την ανάγουν σε Δημοκρατία της “Μακεδονίας”.

Η επικράτηση του Τιτοϊκού καθεστώτος επιφέρει και τις ανάλογες κοινωνικές μεταβολές, πού επιβάλλονται με την δημιουργία των κολχόζ και των αυτοδιαχειριζόμενων συνεταιρισμών, όπως καθόριζε η ιδεολογία του σοσιαλιστικού - κομμουνιστικού μοντέλου πού εφαρμόσθηκε από τον Τίτο.

Το 1946 γίνεται πρόταση από επίσημα όργανα του κράτους προς τους Σαρακατσαναίους για την δημιουργία κτηνοτροφικού συνεταιρισμού με επικεφαλής κάποιον Σαρακατσάνο πού θα επέλεγαν οι ίδιοι και θα φρόντιζε για τις ανάγκες και τη διάθεση των προϊόντων με το επίσημο κράτος. Όμως, απώτερος σκοπός ήταν νά συγκεντρώσουν τους Σαρακατσαναίους για νά τους ελέγχουν και νά δημεύσουν τα πρόβατά τους.

Οι Σαρακατσαναίοι φυσικά αρνήθηκαν και προσπαθούσαν νά βρουν τρόπο νά φύγουν για την Ελλάδα, ένα πάγιο αίτημά τους. Αρχές του 1948 ψηφίζεται ο περίφημος Νόμος 400 + 1 και αφορούσε τους κτηνοτρόφους.

Ο νόμος αυτός όριζε ότι σε όποιον είχε στην κατοχή του 400 + 1 πρόβατα θα γινόταν κατάσχεση των αιγοπροβάτων, ενώ για όσους δεν πληρούσαν το όριο των 400 δεν θα γινόταν κατάσχεση των προβάτων. Ο νόμος από την φύση του είχε κάποια δίκαια κοινωνικά κριτήρια, πού όμως δεν ίσχυαν για τους Σαρακατσαναίους για τον εξής λόγο: Σε κάθε τσελιγκάτο, υπεύθυνος της διαχείρισης ήταν ο Κεχαγιάς και στο όνομά του δηλωνόταν ο συνολικός αριθμός των αιγοπροβάτων του τσελιγκάτου και κάθε τσελιγκάτο ως ελάχιστο αριθμό αιγοπροβάτων είχε περί τα 1.500 κεφάλια.

Καταλαβαίνετε ότι γινόταν υπέρβαση του ορίου των 400 και έτσι γινόταν κατάσχεση των προβάτων.

Στις 25/3/48 η U.T.B. (η Μυστική Αστυνομία της Γιουγκοσλαβίας) μαζί με επίστρατους χωρικούς αρχίζουν την καταμέτρηση και προβαίνουν στην κατάσχεση όλων των κοπαδιών από τα σαρακατσάνικα τσελιγκάτα.

Έτσι από 200 οικογένειες κατάσχονται 40.000 αιγοπρόβατα και μαζί με αυτά και 20.000 αρνιά -ήταν μήνας Μάρτιος και τα πρόβατα είχαν ήδη γεννήσει.

Επίσης κατασχέθηκαν και 3.000 άλογα και μουλάρια, πού χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσάνοι για τις μετακινήσεις τους κατά το νομαδικό τρόπο ζωής τους. Στις οικογένειες πού γινόταν η κατάσχεση άφηναν για κάθε μέλος πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, τα οποία όμως μετά από έναν χρόνο τα κατάσχεσαν κι’ αυτά.

Κατά την καταμέτρηση όταν έλειπαν 10 ή 20 μονάδες για το όριο των 400 συμπληρώνονταν είτε με αριθμό αλόγων ή μουλαριών, ακόμα και με τσοπανόσκυλα(!), αρκεί να γινόταν η κατάσχεση.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες 50 οικογένειες περίπου απέφυγαν την κατάσχεση των προβάτων τους, διότι προσκόμισαν έγγραφα με τα οποία αποδίδονταν κατά οικογένεια ο αριθμός των προβάτων και σ’ αυτό έπαιξαν ρόλο κάποιοι γραικομάνοι γραμματείς από διάφορα χωριά, κινούμενοι είτε από φιλικά αισθήματα προς τους Σαρακατσαναίους είτε κατόπιν δωροδοκίας.

Μετά την κατάσχεση οι Σαρακατσαναίοι βρίσκονται μαζεμένοι στην περιοχή του Γευγελή, με απώτερο σκοπό την φυγή τους προς την Ελλάδα.

Για τρεις μέρες θα βρεθούν φορτωμένα τα πράγματά τους και οι οικογένειές τους σε βαγόνια με προορισμό την Ελλάδα, αντί όμως για την Ελλάδα τους προόριζαν για εκτοπισμό και μάλιστα στην περιοχή της Βοϊβοντίνα κοντά στα ουγγρο-σερβικά σύνορα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα καταγγελιών από τους “Αιγαίους”, τους πολιτικούς πρόσφυγες από τον Ελλαδικό χώρο πού διεκήρυταν ότι οι Σαρακατσαναίοι είναι φανατικοί Έλληνες, ότι είναι μη αφομοιώσιμος πληθυσμός, συνεπώς εθνικά επικίνδυνοι και ύποπτοι για φυγή στην Ελλάδα.

Τελικά τους εκτοπίζουν 150 χιλιόμετρα βόρεια από τα Ελληνικά σύνορα, στο ορεινό συγκρότημα Osogoski Planina κοντά στην Κότσιανι στα Βουλγαρικά σύνορα. Έτσι βρίσκονται στις ορεινές τοποθεσίες Κίτκα, Λίσιτς, Πονίκφα, Καλίν - Κάμε, Λόπεν, Σέρενα Τσέσμα, Παντελέ να διαμένουν στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα και νά φυλάγουν τα ίδια τα πρόβατά τους πού έχουν κατασχεθεί, έγιναν δηλαδή υπάλληλοι στα κατασχεμένα κρατικά κοπάδια.

Οι Σαρακατσαναίοι, μαθημένοι νά ζουν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι στα βουνά με τον δικό τους τρόπο ζωής, βρέθηκαν, υπάλληλοι, εκτοπισμένοι και με κατασχεμένα τα κοπάδια τους. Η θλίψη τους πολύ μεγάλη και αυτόν τον καημό η Σαρακατσάνα μούσα τον αποθανάτισε με το εξής τραγούδι:

“Βουνά μη πρασινίσετε, πουλιά μη κελαηδείτε
δένδρα μη μπουμπουκιάσετε, λουλούδια μαραθείτε
Κούκοι μη λαλήσετε και λόγγοι να βογγάτε
κι’ εσείς βρύσες, κρυόβρυσες νά μαυροφορεθείτε.
Γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους
τα πρόβατα τους πήρανε τα έμορφα μπινέκια
κι αυτούς τους ξενιτέψανε στην έρημη την Κότσιαν”

Με αφορμή το τραγούδι πρέπει νά επισημανθούν δύο σημεία:

Πρώτον, ότι οι Σαρακατσαναίοι τραγουδούσαν πάντα χορωδιακά , παραδοσιακά, με το στόμα όπως έλεγαν, και ποτέ δεν συνόδευε το τραγούδι τους μουσικό όργανο. Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων και της Σερβίας αγνοούσαν της συνοδεία κλαρίνου ή ορχήστρας στα τραγούδια τους και στους χορούς τους. Αυτά τα γνώρισαν για πρώτη φορά όταν ήρθαν στην Ελλάδα και ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτούς.

Δεύτερον, ότι στο προαναφερόμενο τραγούδι υπάρχει ο στίχος πού λέει “γιατί είναι λύπη στους βλάχους τους Σαρακατσαναίους”. Εδώ ο όρος βλάχος με μικρό βήτα αποδίδεται με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου πού σημαίνει τον κτηνοτρόφο πού εκτρέφει αιγοπρόβατα. Η ετυμολόγησή του προέρχεται από την Ομηρική λέξη βληχή - βλήχημα = (βέλασμα). Κατ’ επέκτασιν, βλήχοι - βλάχοι, αυτοί πού εκτρέφουν ζώα πού βλήχουν - βελάζουν.

Η βυζαντινή Άννα Κομνηνή στο έργο της “Αλεξιάς” μας το επιβεβαιώνει γράφοντας ότι “οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους καλεί η κοινή διάλεκτος”.

Το καλοκαίρι του 1948 οι Σαρακατσαναίοι φυλάγουν τα κατασχεμένα πρόβατα, το φθινόπωρο τους κατεβάζουν σε διάφορα χωριά της περιοχής για νά ξεχειμωνιάσουν. Μερικούς τους εγκαθιστούν οικογενειακώς νά μείνουν σε σχολεία και τους περισσότερους τους εγκαθιστούνε σε σπίτια όπου συζούν μαζί με τους οικοδεσπότες.

Την άνοιξη του 1949 τους ξανανεβάζουν στα βουνά της περιοχής έως το φθινόπωρο νά φυλάγουν τα κοπάδια.

Το φθινόπωρο του 1949 φυγαδεύονται τα πρόβατα στο βουνό Morka Planina βόρεια της πόλης των Σκοπίων και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους.
Τους Σαρακατσαναίους τους εγκαθιστούν διάσπαρτους σε διάφορα χωριά, ως μόνιμους κατοίκους και βάζοντάς τους να δουλεύουν σε γεωργικές πλέον εργασίες στα κολχόζ ή σε συνεταιρισμούς, τις ονομαζόμενες “μπρεγάδες”.

Οι 50 περίπου οικογένειες από τις οποίες δεν είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κινήθηκαν αρκετά νοτιότερα κοντά στα Ελληνικά σύνορα και συνέχισαν νά ασκούν τον κτηνοτροφικό νομαδικό τρόπο ζωής.

Όμως όλους αυτούς τους είχαν προμηθεύσει με ειδικές ταυτότητες πού πάνω φέρουν ένα Κάπα (Κ) πού σήμαινε Κοντρόλ = έλεγχος και ήταν υπό αυστηρή επιτήρηση. Σε όσους Σαρακατσάνους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, ο νόμος κατάσχεσης προέβλεπε ότι σε κάθε μέλος της οικογένειας έπρεπε νά κατανεμηθούν πέντε πρόβατα για τα προς το ζην, όμως με την εγκατάστασή τους στα χωριά κατασχέθηκαν κι αυτά παρανόμως από κρατικά στελέχη, κάτω από απειλές.

Οι πρώτες εργασίες για ορισμένους Σαρακατσαναίους είναι ορύγματα για τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και τα ημερομίσθια ήταν μόνο το συσσίτιό τους.

Στα χωριά άρχισε και η εγγραφή τους στα κατά τόπους δημοτολόγια όπου πολλοί τους πολιτογραφούσαν παρά τη θέλησή τους ως “Μακεδόνες”, παράλληλα γίνονται και παραποιήσεις των επωνύμων τους με σλαβικές καταλήξεις -οφ, -εφ, -σκι, ενώ γινόταν και αντικατάσταση των κλασσικών επωνύμων με πατρώνυμα, ή ονόματα των παππούδων. Έτσι έχουμε το φαινόμενο τρία αδέλφια νά έχουν διαφορετικά επίθετα και το αντίστροφο, ένα άτομο νά έχει έως και τρία επώνυμα σε διάφορα κρατικά έγγραφα.

Πάντοτε υπήρχαν δελεαστικές προτάσεις για εγγραφή ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ) όπως και η προπαγάνδα υπέρ του έθνους των “Μακεδόνων”. Έτσι προσπαθούσαν νά πείσουν τους Σαρακατσαναίους ότι δεν ήταν Έλληνες, αλλά Σλάβοι “Μακεδόνες”.

Τα παιδιά πού αρχίζουν νά πηγαίνουν στα σχολεία διαπαιδαγωγούνται με την ιστορία του “Μακεδονικού Έθνους” και οι επιπλήξεις των δασκάλων είναι αυστηρές όταν τα Σαρακατσανόπουλα έλεγαν πώς ήταν Έλληνες.

Με την ίδια λογική απαγορεύτηκε η χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Οι καταγγελίες των “Αιγαίων” πολιτικών προσφύγων είναι συχνές με αποτέλεσμα τους ξυλοδαρμούς και τις φυλακίσεις.
Όμως οι Σαρακατσαναίοι πάντα διατηρούσαν την Ελληνική γλώσσα, τη μοναδική γλώσσα πού γνώριζαν γιατί ήταν η μητρική τους, διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμά τους, πεισματωδώς παρ’ όλες τις αντιξοότητες, όσο επώδυνες κι’ αν ήταν.

Ένα γνώρισμα πανάρχαιο για τους Σαρακατσαναίους να επιμένουν σε κάθε τι το Ελληνικό. Νά επισημάνουμε ότι ο πανάρχαιος αυτός λαός των Σαρακατσαναίων, όταν εκχριστιανίζεται παρ’ όλο πού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό ποτέ δεν υιοθέτησε ξένα ονόματα, π.χ. Ιωσήφ, Μωϋσής, Δαυίδ κ.ά., παρά πάντα επέλεγε Ελληνικά και στην χειρότερη περίπτωση ελληνοποιημένα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις γυναίκες κυριαρχούσαν αρχαιοελληνικά ονόματα.

Οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων κράτησαν πιστά την ενδογαμία τους και τους γάμους τους τελούσαν με τον παραδοσιακό τρόπο τραγουδώντας σαρακατσάνικα τραγούδια χορωδιακά και χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς, όπως τον χαρακτηριστικότερο χορό, τον Σταυρωτό.

Και είναι οι γέροντες Σαρακατσαναίοι από τα Σκόπια πού χορεύουν για πρώτη φορά στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο Θεσσαλονίκης σε εκδήλωση πού είχε διοργανώσει η ΠΟΣΣ το 1983 και έκτοτε έχει καθιερωθεί πανελληνίως στους Σαρακατσαναίους. Ως αποτέλεσμα βλέπουμε στα ανταμώματα νά κυριαρχεί Σταυρωτός χορός.

Ο Σταυρωτός χορός είναι πανάρχαιος χορός και χορευόταν είτε με δύο χορευτές πού σταύρωναν τα χέρια, είτε με τέσσερις σχηματίζοντας σταυρό.

Και ο σταυρός είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο των Σαρακατσαναίων. Ένα αρχαιότατο ελληνικό ηλιακό σύμβολο, προχριστιανικό, πού το βρίσκουμε στην κορυφή της κατσούλας των καλυβιών τους, ως κυρίαρχο σύμβολο στο Φλάμπουρα, τη γαμήλια σημαία τους, στο μέτωπο ως τατουάζ ανάμεσα στα φρύδια, ως κυρίαρχο μοτίβο στα κεντήματα, στις φορεσιές, στις βελέντζες κ.λ.π.

Οι Σαρακατσαναίοι στα κεντήματά τους, στα διακοσμητικά τους μοτίβα πού έχουν επίκεντρο τον σταυρό, πού είτε εμπεριέχεται σε ηλιακούς ρόδακες, είτε σε μαιανδρικές παραστάσεις. τα μοτίβα αυτά αποκαλούνται “φεγγάρια” από το ρήμα φέγγω (λάμπω, ακτινοβολώ) και είναι η απόδειξη ότι αυτός ο Σαρακατσάνικος σταυρός είναι το πανάρχαιο ηλιακό σύμβολο του Δία.
Ας επανέλθουμε όμως στην ιστορική πορεία των Σαρακατσαναίων. Έτσι το 1953 μία ομάδα περίπου εκ 40 οικογενειών πού ασκούσαν τον νομαδικό τρόπο ζωής, και δεν τους είχαν κατασχεθεί τα πρόβατα, κάνουν απόπειρα νά διαφύγουν στην Ελληνική επικράτεια, από το φυλάκιο “Πόρτα” πού βρισκόταν στο βουνό Μπάρα όπου συνήθιζαν νά ανεβαίνουν τα καλοκαίρια. Όμως γίνονται αντιληπτοί από τον Γιουγκοσλαβικό στρατό και παρεμποδίζεται η φυγή τους.

Πάγιο αίτημα(15) των Σαρακατσαναίων, η παλιννόστηση στην πατρίδα Ελλάδα. Το 1957 κατόπιν διακρατικής συμφωνίας, με τον ενεργό ρόλο του Ελληνικού Προξενείου στα Σκόπια, έρχονται μερικές οικογένειες στην Ελλάδα και εγκαθίστανται σε χωριά του νομού Θεσσαλονίκης.

Θα ακολουθήσει το κυρίως κύμα παλιννόστησης και το μαζικότερο κατά τη χρονική περίοδο 1963-1970, πού Με αρκετές περιπέτειες και παλινδρομήσεις πού φθάνουν έως τον νομό Έβρου εγκαθίστανται μαζικά στο Δήμο Ελευθερίου Κορδελιού Θεσσαλονίκης, πού σήμερα συγκεντρώνει 4.000 Σαρακατσαναίους και αποτελεί την πιο συμπαγή κοινότητα των Σαρακατσαναίων.

Με την παλιννόστηση δημιουργήθηκαν τα εξής ζητήματα τα οποία εκκρεμούν ακόμη και Θα πρέπει η πολιτεία νά μεριμνήσει γι’ αυτά διότι είναι σοβαρά και εθνικής σημασίας.
α) Οι 200 οικογένειες από τις οποίες έχουν κατασχεθεί το 1948 40.000 πρόβατα μαζί με 20.000 αρνιά, συνολικά 60.000 κεφάλια, όπως επίσης και 3.000 άλογα και μουλάρια, ποτέ δεν έχουν αποζημιωθεί από το Γιουγκοσλαβικό κράτος και συγκεκριμένα από την Δημοκρατία των Σκοπίων.
β) στο κρατίδιο των Σκοπίων, στα κολχόζ και στους συνεταιρισμούς έχουν εργασθεί επί μία 15ετία το ελάχιστο περίπου 200 οικογένειες, πού έφτυσαν αίμα και ιδρώτα και ποτέ δεν τους έχει αναγνωρισθεί ούτε ένα εργασιακό ένσημο, ούτε έλαβε κανένας το αντίκρισμά τους.
γ) Περίπου 50 οικογένειες πού έζησαν σε χωριά όπου εφαρμόζονταν αυτοδιαχειριστικά σοσιαλιστικά μοντέλα και είχαν το δικαίωμα νά αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία αλλά και ιδιόκτητα χωράφια, τα οποία απόκτησαν κατόπιν βασάνων και πόνου, κατά τη διάρκεια της παλιννόστησης και με την απειλή ακύρωσης της άδειας παλιννόστησης εξαναγκάστηκαν νά υπογράψουν παραχώρηση των περιουσιών τους ή νά τα απαλλοτριώσουν σε εξευτελιστικές τιμές.

Καταλαβαίνετε την οικονομική ζημιά πού έπαθαν αυτές οι 50 περίπου οικογένειες.
Επαναλαμβάνω, πρόκειται για περιουσίες Ελλήνων πού αφαιρέθηκαν από την Δημοκρατία των Σκοπίων, γι’ αυτό και είναι εθνικής σημασίας. Ας όψονται οι αρμόδιοι.

Σήμερα στο κρατίδιο των Σκοπίων έχουν παραμείνει περίπου 100 οικογένειες διάσπαρτες και απομονωμένες, και Θα πρέπει νά βοηθηθούν νά επανέλθουν στην Ελλάδα. Υπάρχει το πρόβλημα ότι είναι πολιτικογραφημένοι ως “Μακεδόνες” και υπάρχουν τεχνοκρατικές διαδικασίες και πολιτικές σκοπιμότητες πού παρεμποδίζουν την παλιννόστηση.

Οι εθνικιστικές εξάρσεις στο κρατίδιο των Σκοπίων προκαλούν τον φόβο κι’ αυτό αποδεικνύει η τελευταία απογραφή όπου πολλές χιλιάδες πολιτών πού αν και δεν έχουν σκοπιανή συνείδηση αλλά φοβούμενοι, δηλώνουν “Μακεδόνες”.

Ας μη ξεχνούμε πόσο επώδυνη ήταν η επόμενη μέρα, για όσους Σαρακατσάνους εξέφρασαν την εθνική τους συνείδηση, σε συνέντευξή τους σε Ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό, πού επισκέφθηκε τα Σκόπια.

Απαραίτητο είναι να διαχωρίσουμε την πολιτική κυβερνητική ιδεολογία και πρακτική του κρατιδίου των Σκοπίων, από αυτή της πλειονότητας του λαού πού πάντα έτρεφε και τρέφει φιλελληνικά αισθήματα γιατί κατά ένα μεγάλο ποσοστό ρέει στις φλέβες του, αίμα Ελληνικό.

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι οι Σαρακατσαναίοι των Σκοπίων διατήρησαν πεισματωδώς την μόνη γλώσσα πού ήξεραν, την Ελληνική.

Τα ήθη, τα έθιμά τους, τους αυστηρούς άγραφους νόμους της κλειστής κοινωνίας τους και το κυριότερο διατήρησαν την ενδογαμία τους κρατώντας αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά τους και τον πολιτισμό τους.

Η ενδογαμία στο κρατίδιο των Σκοπίων στους Σαρακατσάνους έχει φθάσει σε οριακό σημείο, έγιναν σχεδόν όλοι συγγενείς, μία μεγάλη οικογένεια, όπως είναι η μεγάλη οικογένεια των Σαρακατσαναίων στα Βαλκάνια.

Είναι η οικογένειά μας, είναι το σινάφι μας, το αίμα μας. και πρέπει νά διατηρήσουμε στο σινάφι μας αυτή την ενότητα και συνειδητότητα στο μέλλον, για έναν ιερό λόγο. Γιατί είναι η ζωντανή και η σπουδαιότερη βιολογική και ιστορική απόδειξη της αυτοχθονίας των Ελλήνων και της διαχρονικής συνέχειας του Ελληνισμού.

Παραπομπές - Βιβλιογραφία:

1. Carsten Hoeng, Les Sarakatsans une tribu nomade Greque Paris, Copenhague, 1925.
2. Αγγελική Χατζημιχάλη, Οι Σαρακατσάνοι, τόμ. Α’ και Β’ Αθήναι 1975.
3. Δρ. Άρης Πουλιανός, α) Σαρακατσάνοι, ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης, Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος αριθμός 6, Αθήναι 1993. β) Aris Poylianos, Saracatsani, the most Ancient People in Europe, Chicago U.S.A. 1973
4. Δημήτριος Θεοχάρης, Η αυγή της Θεσσαλικής προϊστορίας
5. Σωτήρης Δάκαρης, Η κτηνοτροφία στην Αρχαία Ήπειρο, σελ. 10-11, Ιωάννινα 1976.
6. Θουκυδίδης: Ιστορίαι, Βιβλίο Α, Κεφ. 2ο.
7. Μόλαρης Βασίλειος, α) Σαρακατσαναίοι, οι αρχαιότεροι Έλληνες, Εφημερίδα “Ηχώ των Σαρακατσαναίων”. Σεπτέμβριος και Νοέμβριος 1992, Απρίλιος 1993, Απρίλιος και Αύγουστος 1994. β) Σαρακατσαναίοι, ο αρχαιότερος λαός της Ευρώπης. Περιοδικό “Ενημερωτικό Δελτίο του Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού”, Σεπτέμβριος 1994.
8. Όμηρος: α)Ιλιάς, β)Οδύσσεια.
9. Σοφοκλής: Οιδίπους Τύραννος, στίχοι 1133-1139.
10. Πίνδαρος 522-438 π.Χ., Νεμεόνικοι, (IV, 52-53).
11. Στράβων, (67π.Χ.-19μ.Χ.), Γεωγραφικά, (Βιβλίο VII, κεφ.6ο).
12. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις. (Βιβλίο VII, 9)
13. O Casten Hoeng στό βιβλίο του Les Saracatsans στον Α’ τόμο σελ. 63-67 αναφέρει για Σαρακατσαναίους Σερβίας στο Pirot, Sourdelitsa, Uskub, Leskorats, Prokypa, Krusevats όπως επίσης και για Σαρακατσαναίους στην Ανατολική Θράκη, στην Ραιδεστό, στα Μάλγαρα και Χαριούπολη.
14. Ο Branislar Kojic στο έργο του Stara groadsca iseoska architektura, Beograd 1949, μας αναφέρει για σαρακατσάνικα τσελιγκάτα σε περιοχές κοντά στη λίμνη Δοϊράνη, στις πεδιάδες του ποταμού Αξιού και στο βουνό Kojouf. Επίσης κάνει αναφορά για τον αρχέγονο τρόπο κατασκευής των καλυβιών τους και συμπεραίνει ότι είναι Ελληνικής καταγωγής.
15. Η Αγγελική Χατζημιχάλη στον πρώτο τόμο του έργου της Σαρακατσάνοι αναφέρει για μία επιστολή του τσέλιγκα Χρήστου Φαρμάκη γραμμένη την 6η Φεβρουαρίου 1953 στη Θεσσαλονίκη, πού κάνει λόγο για αίτημα Σαρακατσαναίων της Σερβίας να επαναπατρισθούν στην Ελλάδα.