Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009
Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού στη Λάρισα
Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού "Τα Σαρακατσιάνικα τσελιγκάτα του Βερμίου και η ζωή στις στάνες τους"
Το Σάββατο 25 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε με εξαιρετική επιτυχία στην κατάμεστη αίθουσα του Δημοτικού περίπτερου της ΕΛΗΑΣ στη Βέροια η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κατσαρού "Τα Σαρακατσιάνικα τσελιγκάτα του Βερμίου και η ζωή στις στάνες τους".
Η εκδήλωση οργανώθηκε από τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας "ΟΙ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΙ" ο οποίος είναι και ο εκδότης του βιβλίου και τελούσε υπό την αιγίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας.
Στην εκδήλωση παρευρέθησαν ο Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας ως Εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, ο Νομάρχης Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδης Κώστας, οι Βουλευτές Ημαθίας κ Τσαβδαρίδης Λάζαρος, Φωτιάδης Ηλίας και Χαλκίδης Μιχάλης, ο πρώην Βουλευτής και Ευρωβουλευτής κ. Βλαχόπουλος Δημήτριος, ο Αντινομάρχης Λάρισας κ. Ντόκος Βασίλειος, ο Δήμαρχος Μελίκης και Πρόεδρος της ΤΕΔΚ Ημαθίας κ. Καρέλης Κωσταντίνος, ο Δήμαρχος Αντιγοννιδών κ. Στεργιόπουλος Γρηγόρης, ο Δήμαρχος Δοβρά κ. Τσιούντας Χρήστος, ο Αντιδήμαρχος Λάρισας κ. Σαμουρέλης Κωνσταντίνος, ο Αντιδήμαρχος Βέροιας κ. Μαυροκεφαλίδης Παναγιώτης, οι Νομαρχιακοί Σύμβουλοι Ημαθίας κ. Μαρκοβίτης Αντώνιος και Σούρλας Κωνσταντίνος (ο οποίος είναι και μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου), ο Δημοτικός Σύμβουλος Βέροιας κ. Σακαλής Μιχάλης, ο κ. Σιδηρόπουλος Ορέστης Σύμβουλος του Νομάρχη Ημαθίας και δάσκαλος σε Σαρακατσάνικο σχολείο σε νεαρή ηλικία, ο κ. Φράγκος Χρήστος Πρόεδρος των Εφέδρων Αξιωματικών Ημαθίας, ο κ. Γεωργάκης Νίκος Προιστ
Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε το μέλος του συλλόγου και αντιπρόσωπος στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων (Π.Ο.Σ.Σ.) Γιώργος Κολοβός ο οποίος παρουσίασε τους ομιλητές της εκδήλωσης.
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Καραγιάννης Στέργιος ο οποίος αφού καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους έκανε μια σύντομη εισαγωγή εξηγώντας το σκεπτικό με το οποίο το Δ.Σ. του Συλλόγου ανέλαβε αυτό το εγχείρημα.
Μετά τον Πρόεδρο του Συλλόγου την εκδήλωση χαιρέτησε ο Νομάρχης Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδης Κώστας ο οποίος αφού συνεχάρη τον συγγραφέα και το Σύλλογο υποσχέθηκε την αγορά ενός σημαντικού αριθμού βιβλίων από τη Νομαρχία.
Πρώτος μίλησε ο Αντιπρόεδρος της Βουλής κ. Σούρλας Γεώργιος ο οποίος μεγάλωσε σε Σαρακατσάνικη στάνη και γνωρίζει την ζωή του Σαρακατσάνικου τσελιγκάτου από πρώτο χέρι. Ο κ. Σούρλας συνεχάρη το κ. Κατσαρό για το έργο του και κατέθεσε τις δικές του προσωπικές εμπειρίες από την ζωή στη στάνη.
Στη συνέχεια μίλησε ο κ. Καψάλης Γεώργιος, Καθηγητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ο κ. Καψάλης προέβη σε μία διεξοδική παρουσίαση του βιβλίου με έναν ομολογουμένως απολαυστικό τρόπο. Ο κ. Καψάλης συγγραφέας και ο ίδιος με πλούσιο συγγραφικό έργο αλλά και Σαρακατσάνος στην καταγωγή αποδείχθηκε ο πλέον κατάλληλος παρουσιαστής του βιβλίου του κ. Κατσαρού.
Το λόγο έλαβε στη συνέχεια ο κ. Χιονίδης Γεώργιος, πρώην Βουλευτής, Ιστορικός και συγγραφέας με συγγραφική δραστηριότητα σχετική με την Βέροια και την περιοχή της Ημαθίας. Ο κ. Χιονίδης συνέδεσε την ιστορική παρουσία των Σαρακατσάνικω
Τέλος τον λόγο έλαβε ο ίδιος ο συγγραφέας ο οποίος και αφού ευχαρίστησε όλους τους ομιλητές, εξήγησε τους λόγους οι οποίοι τον ώθησαν στη συγγραφή αυτού του έργου ενώ συνεχάρη και το Σύλλογο για την πρωτοβουλία του και ευχήθηκε η προσπάθεια του Συλλόγου να βρεί μιμητές.
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ"
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του βιβλίου του
πρώην Αντιπροέδρου της Βουλής, προέδρου του ΕΛΓΑ
ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ
το Σάββατο 25 Ιουλίου 2009 και ώρα 07:30 μ.μ.
ΣΟΥΡΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ........Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων
ΚΑΨΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ......Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλολογίας του Παν. Ιωαννίνων
ΧΙΟΝΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ.......Ιστορικός, Συγγραφέας
ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΝΙΚΟΣ........... Συγγραφέας του βιβλίου
Έκδοση βιβλίου του Νίκου Κατσαρού από τον Σύλλογο Σαρακατσαναίων Ημαθίας
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Ημαθίας προχωρά στην έκδοση του νέου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού (πρώην Αντιπροέδρου της Βουλής των Ελλήνων και νυν Προέδρου του ΕΛΓΑ) με τίτλο ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ. Το βιβλίο βρίσκεται ήδη στο τυπογραφ
είο και θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά το Σάββατο 25 Ιουλίου στη Βέροια.Στις 432 σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας παρουσιάζει την ζωή των Σαρακατσάνων στα τσελιγκάτα και την οργάνωσή της. Μεταφέρει την προσωπική του εμπειρία από την ζωή στη στάνη και την καθημερηνότητά της. Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης, για την προσφορά των τσελιγκάτων στους αγώνες του έθνους. Ένα μεγάλο κομμάτι του βιβλίου επιχειρεί να καταγράψει αναλυτικά τα τσελιγκάτα του Βερμίου ένα προς ένα με τους ανθρώπους που τα συγκροτούσαν. Παρατίθενεται προσωπικές εμπειρίες διαφόρων Σαρακατσάνων που μεγάλωσαν στα τσελιγκάτα του Βερμίου.
Ακολουθεί ολόκληρος ο πρόλογος του Συλλόγου στο βιβλίο.
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Ημαθίας «Οι Σταυραετοί» έχει έδρα την Αλεξάνδρεια και μέλη Σαρακατσάνους από όλη την Ημαθία.
Πολλοί από τους Σαρακατσάνους του νομού μας εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Βερμίου και στον κάμπο της Ημαθίας προερχόμενοι από τα τσελιγκάτα του Βερμίου. Άλλωστε η Βέροια, πρωτεύουσα του Νομού μας, ήταν πόλη αναφοράς, επισκέψεων και συναλλαγών όλων των Σαρακατσάνικων τσελιγκάτων του Βερμίου.
Με τη σκέψη ότι και ο Σύλλογός μας, έχει την ιερή υποχρέωση αλλά και τιμή να τιμήσει τους τσελιγκάδες αλλά και όλους τους Σαρακατσάνους του Βερμίου που συγκροτούσαν τις στάνες τους και σκόρπιζαν ζωή, χάρη και ομορφιά στα πανέμορφα απέραντα λιβάδια του, προτείναμε στον πρώην Αντιπρόεδρο της Βουλής και νυν Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α. να αναλάβουμε εμείς την έκδοση του νέου βιβλίου του με τίτλο «ΤΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΤΑΝΕΣ ΤΟΥΣ».
Η πρότασή μας έγινε δεκτή από τον κ. Κατσαρό, ο οποίος μάλιστα μας εκχώρησε την εμπορική εκμετάλλευση της πρώτης έκδοσης του έργου. «Δεν έχω άλλο τρόπο βοήθειας προς το Σύλλογό σας, του οποίου άλλωστε θα ήμουν μέλος κι εγώ αλλά κι όλοι οι Σαρακατσάνοι του Βερμίου, αν υπήρχε στα χρόνια εκείνα που είχαμε κατακλύσει το Βέρμιο», μας είπε.
Αναλάβαμε την έκδοση του βιβλίου, όταν μάθαμε το περιεχόμενό του, στην προσπάθεια του Συλλόγου μας να συμβάλουμε κι εμείς στη διατήρηση ζωντανής της Σαρακατσάνικης παράδοσης. Να γίνουν γνωστά και στις νεότερες γενιές τα ελληνικότατα ή
θη και έθιμά μας, οι ακατάλυτες ελληνικότατες αρχές και αξίες που καλλιεργήθηκαν στις Σαρακατσάνικες στάνες του Βερμίου. Οι Σαρακατσάνικες κτηνοτροφικές νομαδικές οικογένειες, απόγονοι των νομαδικών κτηνοτροφικών φύλων της Αρχαίας Ελλάδας, οργανωμένοι στον επιτυχημένο θεσμό του τσελιγκάτου, όπως αποδεικνύεται από τη μακροζωία του, ζώντας αποκλειστικά μόνο στο δικό τους περιβάλλον και εφαρμόζοντας με θρησκευτική ευλάβεια την ενδογαμία, κατάφεραν να διατηρήσουν ατόφιες τις ρίζες της αρχαιοελληνικής τους γλώσσας, αδιαπραγμάτευτη την ελληνική εθνική τους συνείδηση, φλογερή την αγάπη τους για την ελληνική τους πατρίδα. Κι όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι για το Έθνος μας, πρωτοστάτησαν σε αγώνες και θυσίες για τη λευτεριά του και για την απόκρουση κάθε επιβολής της ακεραιότητας της ελληνικής τους πατρίδας. Το Βέρμιο, που φιλοξενεί Σαρακατσάνους νομάδες Έλληνες κτηνοτρόφους από αμνημόνευτα χρόνια, ιδιαίτερα στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα ήταν το πεδίο συγκρούσεων και μαχών, στις οποίες είχαν τη συμμετοχή τους και τα Σαρακατσάνικα τσελιγκάτα, όπως αναλυτικά αναφέρει στο βιβλίο του ο κ. Κατσαρός.
Ζώντας εμείς οι Σαρακατσάνοι της Ημαθίας στους πρόποδες και τη σκιά του ιερού αυτού βουνού της Μακεδονίας μας, θελήσαμε να έχουμε κι εμείς συμβολή στην κυκλοφορία αυτού του βιβλίου. Ενός βιβλίου που αναδεικνύει το θεσμό του τσελιγκάτου, τη ζωή στις στάνες του, την ιστορία των νομαδικών μετακινήσεων των Σαρακατσάνων ανά τους αιώνες, την προσφορά τους στους αγώνες του Έθνους και περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα λιβάδια του, τα τσελιγκάτα που τα νέμονταν και τις στάνες που τα αποτελούσαν.
Πιστεύουμε ότι η απόφασή μας και η πραγμάτωσή της συμβάλλει αποφασιστικά στη γνώση της ιστορίας του τόπου μας. Θεωρούμε πως έτσι συνδράμουμε στην καλύτερη γνωριμία από το λαό μας, και ιδιαίτερα από τις νεότερες γενιές, της ζωής των ανθρώπων που ήταν σπαρμένοι στις βουνοκορφές του. Με το έργο αυτό του κ. Κατσαρού τεκμηριώνουμε με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική παρουσία των Σαρακατσαναίων στην Μακεδονία και ειδικότερα στις βουνοκορφές του Βερμίου.
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Οι αρχαιοελληνικές ρίζες του Σαρακατσιάνικου λόγου
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΣΙΔΕΡΗΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ : 172
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 1994
----------------------------------------------------------
τημονικά. Παρακαταθήκη για εμάς τους νεότερους Σαρακατσάνους αλλά και βήμα για μεταγενέστερη επιστημονική έρευνα.ΕΚΔΟΣΕΙΣ : Π.Ο.Σ.Σ.
ΣΕΛΙΔΕΣ : 200
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 2005
Γεννήθηκα σε σαρακατσιάνικο καλύβι.....
Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο του Νίκου Κατσαρού «Οι αρχαιοελληνικές Ρίζες του Σαρακατσιάνικου Λόγου».
Γεννήθηκα σε σαρακατσιάνικο «καλύβι». Οι γονείς μου και οι πρόγονοί τους είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Ο παππούς μου, ο Μητρούλας Κατσαρός, ήταν ονομαστός Αγραφιώτης τσέλιγκας. Οι γονείς της μάνας μου ήταν Σαρακατσιάνοι Ασπροποταμίτες. Έφυγαν από την Κρανιά Ασπροποτάμου το 1923 για να ακολουθήσουν τον πλάνητα βίο των γονέων τους ανά τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.
Κοιμήθηκα ως μωρό στη «σαρμανίτσα», που δεν ήταν άλλο από ένα «σαμάρι» ανάποδα. Μεγάλωσα σε σαρακατσιάνικη «στάνη». Έζησα τη ζωή του τσελιγκάτου και της στάνης. Έζησα τη ζωή του μετακινούμενου Σαρακατσιάνου από τα «χειμαδιά» στα «ξεκαλοκαιριά» και το αντίστροφο με το σχηματισμό ενός μεγάλου «καραβανιού» από φορτωμένα άλογα, μουλάρια, γαϊδουράκια, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, άλλους καβάλα και άλλους περπατώντας. Είδα να φορτώνεται όλη η οικοσκευή, τα «σαίια» στα ζώα, μέσα σε μεγάλα «χαράρια» (ριγωτά τσουβάλια) που δένονταν στις δύο πλευρές του σαμαριού. Ήταν οι «μεριές». Ενώ όσα περίσσευαν από τα «σακιά» έμπαιναν «πανωγόμι» και «πανωσάμαρα».
Παρακολούθησα την προετοιμασία, το «σαμάρωμα» των ζώων που θα έκαναν τη μεταφορά, με το γερό σφίξιμο της «ίγκλας» ή της «ζώστρας» γύρω από τη μέση του ζώου, την «πστιά» ή το «πιστάρι» να πιάνεται στους μηρούς των πίσω ποδιών, το «κωλάνι» ή το «κουσκούνι» να πιάνεται στην ουρά, για να μη μετακινείται προς τα μπροστά το σαμάρι στην κατηφόρα, τις «μασκαλήθρες» ή «μασκαλίτσες», που στερέωναν το σαμάρι δένοντάς το σφιχτά στο σαμάρι του ζώου περνώντας κάτω από τα μπροστινά του πόδια, τις «μασχάλες» δηλαδή, και να μη γλιστράει το σαμάρι προς τα πίσω στις ανηφόρες, τις «σκάλες» για να πατούν και να ανεβαίνουν ευκολότερα οι καβαλαραίοι. Μπήκα καβάλα και ο ίδιος και «πανωσάμαρα», όταν ήμουν μωρό αλλά και «πισωκάπουλα» όταν έγινα μεγαλύτερος. Καβαλίκεψα άλογο «ξεσαμάρωτο» κρατώντας το από τη «χαίτη» και θηλυκώνοντας τα πόδια μου στις μπροστινές του «μασχάλες» για να μη με γκρεμίσει. Είδα τα φορτωμένα άλογα ή και τα ξεσαμάρωτα ακόμη «συγκαιριασμένα» να ακολουθούν το ένα το άλλο. Έζησα το «ξάφνιασμά» τους, το «γκρέμισμα» του φορτίου, τις φωνές και τις βρισιές για την ατυχία και το ξαναφόρτωμα. Περπάτησα «σιαμπροστά» με τα μικρά παιδιά, τις γιαγιές και τους παππούδες, όταν δεν μας έφταναν τα ζώα για να μετακινηθούμε κα ή για να τα «ξαποστάσουμε» στις μεγάλες
διαδρομές, όταν δηλαδή «κονάκια» ήταν μακριά το ένα από το άλλο. Βοήθησα και εγώ στη μετακίνηση των αδύνατων ζώων που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το κοπάδι. Είδα αυτά τα «γηροκόμια» να μένουν πολλές φορές στο δρόμο. Ξαπόστασα όταν μας έφθανε το «καραβάνι» και με φιλοξενούσε κάποιο ζώο «πανωσάμαρα» δίπλα στα «πανωγόμια» ή πάνω στα καπούλια.Κοιμήθηκα το βράδυ στην υφαμένη στον αργαλειό «τέντα». Την τοποθετούσαμε πάνω στο «τεντόξυλο». Εκείνο στηριζόταν σε δύο φούρκες και τα «πλαϊνά» της σε πολλές «φουρκούλες» που «μπήχνονταν» στο έδαφος και πιάνονταν στις θηλιές της τέντας. Έκοβαν τον αέρα οι πλευρές της «τέντας» και το πίσω «άνοιγμά» της το ειδικό πίσω κομμάτι της τέντας και τα «χαράρια» με τα «σαίια» που έμπαιναν το ένα πάνω στ’ άλλο. Η σαρακατσιάνικη τέντα ήταν άσπρη με πρόβειο και γίδινο μαλλί. Δεν έβαζε μέσα σταγόνα νερό και για να μη «βάζει» και από τα πλάγια ή από πίσω ή από μπροστά σκάβαμε γύρω της ένα μικρό χαντακάκι που μάζευε και τα νερά της «τέντας», αλλά και τα άλλα νερά της βροχής. Το δάπεδό της στρωνόταν παχιά με «τσιόλια» και «βελέντζες» και πολλές φορές με κλαδιά και χόρτα, για να ‘ναι ξερό και ζεστό.
Είδα τους γονείς μου να φκιάνουν το καλύβι τους και τους βοήθησα. Είδα τον πατέρα μου να χαράσσει έναν κύκλο κρατώντας ένα σκοινί δεμένο σε ένα ξύλο στο κέντρο ενός κύκλου. Να «μπήχνει» στην περίμετρο του κύκλου τα μπηχτάρια, να φκιάνει το «στεφάνι» της κατσιούλας και να δένει εκεί άλλα μακριά «λούρα». Να τα «αδερφώνει» μετά με τα «μπηχτάρια» δένοντάς τα με ιτιές, τσιμπούκια, «ριζιμιές» οξιές. Να τα «χαρτώνει» μετά σχηματίζοντας το σκελετό και να τον σκεπάζει με το «σάλωμα», «δομό» - «δομό», φροντίζοντας πάντοτε στην κατσιούλα του καλυβιού να βάλει τον ξύλινο σταυρό. Παρακολούθησα την «κατασκευή» της «λισιάς» για το κλείσιμο της «ρούγας» του καλυβιού. Είδα με πόση προσοχή γίνονταν τα «πεζούλια».
Έζησα μέσα στην καλύβα. Ζεστάθηκα στη «βάτρα» καθισμένος σταυροπόδι στο έδαφος πάνω στο «τσιόλι», κοντά στον «πυρομάχο» και στα δύο «γωνολίθια». Τα είδα και μερικές φορές να σκάζουν από την πολλή φωτιά. Είδα την «πυροστιά» πάνω στη «θράκα» και πάνω της την «κουτρουλή» για το βράσιμο του φαγητού. Παρακολούθησα το ψήσιμο της «πίτας» το σκέπασμα του «σνιού», που την είχε μέσα, με τη «γάστρα». Στηριζόταν εκείνη στον «κοθράκο» που κυκλικά περιόριζε τη «βάτρα». Είδα τη μάνα μου να πιάνει τη γάστρα με το «ξυθάλι», να ξεσκεπάζει το «σνί» για να δει αν ψήθηκε η πίτα και να το ξανασκεπάζει. Άκουσα το «χούχλο» της «κουτρουλής» και είδα το ανακάτωμα του περιεχόμενού της με το «χλιάρι» ή την ξύλινη «χλιάρα» ή «κουτάλα». Είδα τη μάνα μου να «παλαμίζει» το δάπεδο, τα «πεζούλια» και τα πλευρά της καλύβας με λάσπη για λόγους καθαριότητας, αλλά και για να εμποδίζεται να μπαίνει μέσα ο κρύος αέρας, τα «ζούδια» και τα «ζούμπερα». «Πύρωσα» «πυρωμάδες» στη «βάτρα» και όταν κοκκίνισαν έβαλα πάνω τους «λίπα» ή τις έφαγα με «τουλουμίσιο» ή «τομαρίσιο» τυρί, «κλωτσοτύρι» ή «μτζήΘρα». Ήπια νερό απ’ τη «βαρέλα» με το «τσκάλι» και γέμισα απ’ αυτή τη «φτσέλλα» για να την πάρει ο τσοπάνος γεμάτη στα «πρότα».
Είδα τη μάνα μου να ετοιμάζει τον «τρουβά» του πατέρα μου, που θα πήγανε να φυλάξει το «στερφοκόπαδο» ή τα «γαλάρια». Έβαζε μέσα το «τυρολόι» ή το «κλειδοπίνακο» γεμάτο «τουλουμίσιο» τυρί, ψωμί και μερικά κομμάτια «σκυλόψωμα». Δεν παρέλειπε όμως να γεμίσει και το «γαλοδέρματο» με γάλα και γιαούρτι. Άκουσα τα μεσάνυχτα να γίνεται ο «σκάρος» του κοπαδιού, να «ουρλιάζει» ο λύκος, να «αλυχτούν» τα σκυλιά, να «χουχουτάει» και να «σιουράει» ο τσοπάνος. Ξενύχτησα και ο ίδιος το κοπάδι και έμεινα άυπνος γιατί όλη τη νύχτα «προγκούσε» το κοπάδι και φοβόμουν μην αρπάξει κανένα πρόβατο ο λύκος. Είδα το κοπάδι τις καλοκαιρινές μέρες, το απογευματάκι συνήθως, να «αλατίζεται» στις «αλαταριές». Άκουσα από τον τσοπάνο το συνθηματικό σφύριγμα-κάλεσμα των προβάτων στην αλαταριά. Είδα το κοπάδι να τρέχει σαν παλαβό όταν ένιωθε ότι πλησίαζε στην αλαταριά και μετά το «αλάτισμα» να τρέχει στο ποτάμι ή στις «μπάρες» ή τις «λούτσες» για να σβήσει τη δίψα του.
Άρμεξα «καλαμοβύζες» και «τσιμπεροβύζες» προβατίνες και με ξεχέριασαν όσες τραβούσαν πολύ και όσες κλωτσούσαν. Είδα τις «ντουμασιάρες» να μη θέλουν να περάσουν για άρμεγμα, ή να πηδούν τους φράχτες του μαντριού ή να πηδούν πάνω από τους αρμεχτάδες. Μάλωσα με το παιδί που δεν «κεντούσε» καλά και αργούσαν να περάσουν για να αρμεχτούν τα πρόβατα. Μετέφερα το «καρδάρι» γεμάτο γάλα πάνω στο κεφάλι μέχρι το τυροκομείο ή το μετάγγισα με τον «κούτλα» από το «καρδάρι» στο δοχείο μεταφοράς του.
Κούρεψα αρνιά και πρόβατα και είδα τη μάνα μου να μα ζεύει σε «ποκάρι» τα μαλλιά του κάθε πρόβατου ή να μαζεύει το «αρνοπόκι» όλο μαζί, να ξεχωρίζει το «φλώρο» μαλλί από το «λάιο», να κρατεί στην άκρη και να ξεχωρίζει όσο προόριζε για τα «αγέννωτα», και τα «γεννωμένα», τα «μαλλιότα», τις «βελέντζες» κ.λπ. που θα ύφαινε στον αργαλειό. Κούρεψα γίδες και τράγους στην ειδικά προορισμένη για τη δουλειά αυτή «διχάλα» και είδα τη μάνα μου να μαζεύει το «τραγόμαλο» και να ξεχωρίζει από αυτό όσο ήθελε για τις «τέντες», τα «τσιόλια» και τις «κάπες». Την είδα στη συνέχεια να πλένει τα μαλλιά, να μη χύνει τον «πίνο», να τα «ξαίνει» με τα «λανάρια», να γνέθει την «τλούπα» γεμίζοντας με «γνέμα» το αδράχτι που στριφογύριζε με τη βοήθεια του «σφοντυλιού». Ακολουθούσε το μάζεμά του στη «βάντα» το βάψιμο, το «κουβάριασμα», το «ίδιασμα» του «διασιδιού» και η ύφανσή του στον αργαλειό. Το «αντί», τα «μτάρια», οι «πατήθρες», η «σαίτα» τα «καρούλια», ήταν τα κύρια όργανα του αργαλειού, που μετέτρεπαν το «στημόνι» και το «υφάδι» στο ύφασμα, που ήθελε η μάνα μου.
Φύλαξα ο ίδιος τα πρόβατα. Τα είδα να «ροβολούν» ήσυχα - ήσυχα βόσκοντας, να «σκαπετούν» σε κάποιον αυχένα και να εξαφανίζονται σαν να τα κατάπινε η γη. Τα «σαλάγησα» για να φθάσουμε γρηγορότερα στο μαντρί. Τα «στόμωσα» για να βοσκούν καλύτερα και εκεί που ήθελα εγώ. Τα είδα να «μαρκηώνται» στο «στάλο», να «λαϊάζουν» το βράδυ όταν κοιμόνταν και να ακούγεται μόνο το ομαδικό αναμάσημα της τροφής τους. Είδα μερικά πρόβατα να «φιδιάζονται» και τον τσοπάνο να τρυπάει με βελόνα το φιδιασμένο μέρος, να το πιέζει απ’ όλες τις πλευρές για να βγει το δηλητήριο μαζί με το αίμα και μερικές φορές να ρουφάει το φιδιασμένο μέρος και να φτύνει τα υγρά που έβγαιναν. Άλλα να είναι «βούρλα» και να γυρίζουν ασταμάτητα γύρω-γύρω. Παρακολούθησα εγχείριση του βούρλου, κόψιμο του κρανίου εκεί που ήταν πολύ μαλακό, αφαίρεση της «τρέλας», που ήταν μια κύστη γεμάτη άσπρα σπυριά και ράψιμο πάνω στην τρύπα του κομματιού του κόκαλου που αφαιρούσαν και ενός μάλλινου υφάσματος. Ξεχώριζα γρήγορα ποιες προβατίνες ήταν η «μπροσνέλα» του κοπαδιού και ποιες η «κοντνέλα», ποιες οι «μαρμάρες» και ποιες τα «γηροκόμια». Γνώριζα τα σημάδια τους στα αυτιά, τα «πισωκλείδικα», τα «μπροστοκλείδικα», τα «φουρκάφτκα», όσα είχαν «κόκκα» ή «ξουραφιά», τα «τρυπάφτκα» τα «κουτσιάφτκα». Μου άρεσαν πιο πολύ τα «κάλεσια» πρόβατα και τα «ορθοκέρατα» γίδια. Τα «πισωκέρατα» μου φαίνονταν πιο ήσυχα και πιο αδύναμα.
Ο πατέρας μου ήταν καλός στην ξυλογλυπτική. Σκάλιζε πολύ καλές «κλείτσες», «ρόκες», «σφοντύλια», «αδράχτια», «σαΐτες», πελεκώντας πολύ επιδέξια το «πυξάρι» ή το πουρνάρι ή τον κέδρο. Είχε όλα τα ξυλογλυπτικά του εργαλεία, «ξουράφια», «κοπίδια», «μαχαίρια», «τρυπητήρια» μαζί με τον καπνό του, μέσα στην «τραγαζίκα» για να μη σκουριάζουν. Μου έκανε εντύπωση πάντοτε το «ίσιασμα» του στραβού «κλειτσόξυλου» όταν το ζέσταινε και το «καψάλιζε» στη φωτιά και όταν το «πλάκωνε» με κάποιες «πλακανήθρες» ζεστό, όπως έλεγε, ήταν κατάλληλο για να «ισιάσει». Η τέχνη στην «κλείτσα», όπως έλεγε, ήταν να πετύχεις το άνοιγμα που άφηνε εκείνη, όταν έμπαινε στο κλειτσόξυλο, να είναι 1,5 περίπου πόντος για να «πιάνει» το πρόβατο από το πόδι, κλείνοντάς το μέσα στο άνοιγμά της.
Είδα να «φκιάνεται» το μαντρί με «λισιές» ή με «δεματσούλες». Γνώρισα και τα κλειστά μαντριά και τις «κόρδες» και τα πρόχειρα. Παρακολούθησα το «πάτωμα» και το «ξεπάτωμά» τους. Άκουσα τον πατέρα μου κατά το δέσιμο του σκελετού να ζητεί απ’ αυτόν που τον βοηθούσε να «νταϊαντήσει» για να το δέσει καλύτερα. Είδα να στρώνεται με «βούζια», που τα μεταφέρνουν στην πλάτη τους «ζαλίκι» οι γυναίκες. Φύλαξα και ο ίδιος τα άλογα της στάνης. «Πεδούκλωνα» κάποια από αυτά για να μην απομακρύνονται πολύ. Κάποτε έδενα και ορισμένα με το «αλτάρι». Τα έβαλα στον «ουβουρό» για να κοιμηθούν. Με κλώτσησε κάποιο όταν ήθελε να το «καλλιγώσει» ο πατέρας μου και εγώ του πήγα τη σακκούλα με τα «καλλιγοσφύρια» και τα «πέταλα» γιατί το πλησίασα πολύ «σμα». Δάγκωσε τον πατέρα μου ένα από τα άλογά μας όταν θέλησε να του κόψει το «λάγανο» και ένα σκυλί όταν θέλησε να το «μουνουχίσει».
Άναψα φωτιά με «πρυόβολο», «στουρνάρι» και «ίσκνα» και με λίγα «προσανάμματα». Έφκιασα «ξυγγοκέρι» μόνος μου και έβαλα φωτιά και σε βρεγμένο κέδρο, μόνο με λίγα ξερά «σπλόνια» και «σπερδούκλια».
Έφαγα «γιομίδια» με «μεσαρκά» από τα πρόβατα «ξυνόγαλο» από το «γαλατσάκι» ή από τη «βούρτσα», χτυπώντας ο ίδιος την «κορφή» που είχε με το «βουρτσόξυλο». Έφαγα «νυρστά», «καπετάνο», «στριφτόπτα», «ψαρόπτα», «λαχανόπτα», «γαλατόπτα», «ζμάρι», «κουσμάρι», γάλα «ίγκυρο», «τραχανά», «χυλό», που ήταν «χλιος» και δεν με έκαψε στο στόμα. Βρέθηκα μακριά από τη στάνη και με έκοψε «λόρδα» από την πείνα και «λίμαξα» για μια «χαψιά» ψωμοτύρι. Πέταξα αγανακτισμένος τη «φολλίνα», όταν είδα ότι δεν έχει ούτε ένα σπυρί τυρί. «Χάλεψα» ένα κομμάτι ψωμί από το «σύντροφό» μου στο κοπάδι. «Μάργωσα» όταν αναγκάσθηκα να κοιμηθώ βρεμένος και «χαύδωσα» στη φωτιά για να μπορέσω να στεγνώσω. «Χάβωσα» όταν είδα ένα ανθρώπινο «κφάρι».
Έπαιξα «τριότα», «ενηάρα», «φίτσια» με «αμάδα», «σκλαβάκια», «σέγκια», «γιαλάκα», «γρούνα».
Έζησα γενικά τη σαρακατσιάνικη νομαδική ποιμενική ζωή σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια!!!
Την έζησα στο μεταίχμιο της αστικοποίησής της, που άρχισε μετά το 1950. Την έζησα πολύ γεμάτα. Μέχρις ηλικίας 11 ετών δεν έμεινα ποτέ σε χωριό. Η ζωή μου μοιραζόταν από στάνη σε στάνη. Τα τραγικά γεγονότα της δεκαετίας 1940 - 1950 το διώξιμο της οικογένειάς μου από το ανταρτοκρατούμενο Άνω Αργυροπούλι και Βέρμιο, η αναγκαστική εγκατάστασή της στον κάμπο, με έφεραν σε επαφή με έναν άγνωστο σχεδόν κόσμο, που τον ζήλευα παρά ταύτα. Τα παιδιά μάθαιναν γράμματα και εγώ τα αγαπούσα πολύ. Ήθελα να σπουδάσω. Παρακολούθησα σε σχολείο μόνο την έκτη Δημοτικού. Είδα σχολείο με τοίχους, με θρανία, με πίνακες, με αληθινό δάσκαλο, με μαθήματα γεωγραφίας, φυσικής πειραματικής, θρησκευτικών κ.λπ. Το περίεργο είναι ότι παρά ταύτα εκείνη τη χρονιά αρίστευσα. Πήρα 10 με τόνο. Και αυτό γιατί «ρουφούσα» στην κυριολεξία όσα άκουγα από τη δασκάλα μου, πεθερά σήμερα γνωστού πολιτικού!!! Τις πέντε πρώτες τάξεις τις έβγαλα στη στάνη, με δάσκαλο κάποιον που ήξερε «μια κλείτσα γράμματα». Λίγη ανάγνωση, γραφή, αριθμητική. Τίποτε άλλο.
Ακολούθησαν οι γυμνασιακές και πανεπιστημιακές μου σπουδές, η δικηγορία και τώρα η Βουλή.
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Παρουσιάζονται τα βιβλία του Νικόλαου Κατσαρού για τους Σαρακατσάνους
Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Καβάλας "Ο Φλάμπουρας" και η Νομαρχιακή Aυτοδιοίκηση Καβάλας διοργανώνουν από κοινού μια εκδήλωση με θέμα την καταγωγή των Σαρακατσαναίων και του γλωσσικού τους ιδιώματος. Η εκδήλωση θα έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον πρόεδρο του ΕΛΓΑ (Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων), πρώην βουλευτή νομού Λάρισας της Νέας Δημοκρατίας και αντιπρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Νικόλαο Κατσαρό και θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου στις 7 το απόγευμα στο Εκθεσιακό Κέντρο της Νέας Καρβάλης.
Ο κ. Κατσαρός πέραν της ιδιότητας του πολιτικού, υπήρξε ερευνητής του τρόπου ζωής των Σαρακατσάνων και η μελέτη του πάνω σε αυτούς συγκεντρώθηκε και κυκλοφόρησε σε δυο βιβλία. Το πρώτο είναι "Οι αρχαιοελληνικές ρίζες του Σαρακατσάνικου λόγου. Ετυμολογική προσέγγιση" που εκδόθηκε το 1995 και το δεύτερο ονομάζεται "Σαρακατσιαναίοι, Συρράκο και Σακαρέτσι" το οποίο κυκλοφόρησε πέρυσι.
Αμφότερα θα παρουσιαστούν στη διάρκεια της εκδήλωσης, ενώ θα αναλυθούν και τα θέματα "Λέξεις του Σαρακατσάνικου λόγου" και "Καταγωγή των Σαρακατσαναίων". Πέραν του κ. Κατσαρού, θα μιλήσουν ο νομάρχης Καβάλας Θόδωρος Καλλιοντζής, ο καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αντώνιος Σκευάς και ο επίκουρος καθηγητής Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Θεοχάρης Δαλακούρας. Ο Νικόλαος Κατσαρός, μέσω των βιβλίων του προσπαθεί να ρίξει φως στην ιστορική διαδρομή ενός παλαιού νομαδικού λαού, τα μέλη του οποίου είναι γνωστά με το όνομα Σαρακατσάνοι μόλις τα τελευταία 200 - 250 χρόνια. Πιθανότεροι "νονοί" οι Τούρκοι κατακτητές οι οποίοι έδωσαν το όνομα "Καρα-Κατσιάν" σε αυτούς τους σκληρούς ορεσίβιους τα ίχνη των οποίων φτάνουν πιο πίσω και από την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Το άρθρο είναι του Άγγελου ΚΑΛΟΓΡΗΑ (angelos.kalogrias@gmail.com
Πηγή : www.evdomi.gr
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008
ΣAPAKATΣIANAIOI, ΣYPPAKO KAI ΣAKAPETΣI
[...] Σκοπός αυτής μου της μελέτης δεν είναι βέβαια η απόδειξη του τόπου καταγωγής των Σαρακατσιάνων. Ούτε πιστεύω ότι θα υπάρξει και ειδικός ακόμη σοβαρός ερευνητής επιστήμονας που θα το επιχειρήσει. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό, στο οποίο θα μπορούσε να θεμελιώσει την άποψή του, γιατί τέτοιοι υλικό δεν μπορεί να υπάρχει. Το όνομα Σαρακατσιάνοι είναι σχετικά πρόσφατο, μόλις 200 ή έστω 250 ετών. Η ιστορία των Σαρακατσαναίων στα Βυζαντινά και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας καλύπτεται υπό το όνομα "βλάχος", που δηλώνει τον ορεσίβιο νομάδα κτηνοτρόφο και καταλάμβανε όλους τους ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το όνομα Σαρακατσάνοι είναι "παρατσούκλι" του κατακτητή στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας, που μ αυτό προσδιόρισε και διαχώρισε το νομαδικό αυτό "φύλο" των υπηκόων του από τα άλλα νομαδικά "φύλα", αποδίδοντας με το όνομα Καρα-Κατσιάν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της ελληνικής νομαδικής γενιάς.Εκείνο που επιχειρείται σ αυτή τη μελέτη μου είναι η απόδειξη ότι οι Σαρακατσάνοι δεν κατάγονται ούτε από το Συρράκο, ούτε από το Σακαρέτσι. Σαθρά αντίθετα επιχειρήματα και προσωπικές αβάσιμες επινοήσεις ορισμένων είναι οι διατυπωμένες απόψεις. Πρόχειρες και επιφανειακές είναι οι αποδοχές τους από τους μεταγενέστερους, που αναφέρονται στις αθεμελίωτες αυτές επινοήσεις. Και κατά τις επαναλήψεις εμφιλοχωρούν και παραποιήσεις των αρχικών ισχυρισμών, άλλες σκόπιμες, γιατί υπηρετούσαν κάποια συμφέροντα και άλλες από άγνοια ή παρερμηνεία. Κάποια μάλιστα επιχειρήματα διατυπώνονται με τόση ελαφρότητα και επιπολαιότητα που προκαλούν έκπληξη και αποστροφή ή πολλά ερωτηματικά για την τόλμη ορισμένων να καταπιάνονται με ένα τόσο σοβαρό, δυσεπίλυτο, δύσκολο ζήτημα. [...]
Το παραπάνω απόσπασμα από την εισαγωγή (σελίδα 19) του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Κατσαρού είναι απολύτως ενδεικτικό του περιεχομενου και των επιχειρημάτων που ακολουθούν. Ο συγγραφέας επιχειρεί να ανατρέψει τους ισχυρισμούς πως η ονομασία "Σαρακατσάνοι" προέρχεται είτε από το χωριό Σακαρέτσι του νομού Αιτωλοακαρνανίας είτε από το Συράκο της Ηπείρου. Η προσωπική μας άποψη ταυτίζεται με αυτή του κου Κατσαρού. Το βιβλίο είναι των εκδόσεων Σπανίδη και σύμφωνα με την Π.Ο.Σ.Σ. έχει διατεθεί από τον συγρραφέα "για διάθεση και προς όφελός της".
Διατίθεται από την Π.Ο.Σ.Σ. Τηλ. 2310-840830 (ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΩΣ ΠΕΜΠΤΗ 18.00-20.00)
Επίσης μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα περισσσότερα ηλεκτρονικά βιβλίοπωλεία οπως τον Ιανό ή την Πρωτοπορία ή τέλος να το αναζητήσετε σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο.
Σελίδες: 148
Σχήμα: 17x24
Βάρος: 0,4
ISBN: 978-960-6653-22-3
Ακολουθεί ολόκληρος ο επίλογος του βιβλίου
«Οι Σαρακατσιάνοι δεν έκτιζαν, για να μείνουν αποδείξεις κάποιας μόνιμης διαμονής τους.
Δεν έγραψαν για να μείνουν γραπτά μνημεία της συμμετοχής τους στα ιστορικά γεγονότα της πατρίδας μας ή της δικής τους ιστορίας.
Δεν υπέγραψαν συμφωνητικά μίσθωσης των λιβαδιών, εκτός ίσως από ελάχιστες εξαιρέσεις που χάθηκαν κι αυτές στους αιώνες που πέρασαν. Για τις συμφωνίες τους ήταν αρκετός ο «λόγος» τους. Ούτε έκαναν γραπτές συμφωνίες πώλησης των προϊόντων τους. Άγνωστα σ’ αυτούς ήταν και τα προικοσύμφωνα. Οι γραπτές γενικά συμφωνίες αποφεύγονταν, γιατί η υπογραφή τους ερμηνεύονταν ως έκφραση δυσπιστίας τήρησης του «λόγου» τους.
Ακόμη και οι αποδεδειγμένα Σαρακατσιάνοι αγωνιστές προ και μετά το 1821 (Κατσαντώνης, Δίπλας, Τσόγκας, Καραϊσκάκης, Λιακατάς, Συκάδες ή Βλαχόπουλοι κ.α.) δεν άφησαν γραπτά απομνημονεύματα. Ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτούς και για τη γενιά τους το έγραψαν άλλοι. Και μάλιστα κανένας τους δεν αναφέρεται ως Σαρακατσιάνος μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Και αυτό, γιατί δεν ήταν γνωστό το όνομα της γενιάς τους. Τους κάλυπταν κάποια άλλα ονόματα. Βλαχοποιμένες ελληνόφωνοι, Βλάχοι, νομάδες, σκηνίτες. Φερέοικοι και απόλιδες οι Σαρακατσιάνοι, η ελληνική αυτή νομαδική φυλή, «όργωνε» με τα κοπάδια της, τις ράχες και τις κορυφές των βουνών, τα λιβάδια και τα δάση τους, στήνοντας τις καλύβες τους στα ξέφωτά τους κοντά σε κάποια βρύση, που έπαιρνε κατά κανόνα το όνομα του τσέλιγκα. Η μετακίνησή τους ανά εξάμηνο, χειμώνα - καλοκαίρι ήταν συνεχής και αέναη, πάντοτε με στόχο το πλούσιο, σε δροσιά, χορτάρια, νερά, ίσκιους, λιβάδι το καλοκαίρι, και το ζεστό και πλούσιο σε βλάστηση το χειμώνα.
Κέντρο των ενδιαφερόντων τους ήταν η καλοπέραση του κοπαδιού. Δευτερεύον ζήτημα ήταν η καλοπέραση η δική τους. Πρωταρχική τους αρχή ήταν ο σεβασμός της παράδοσης, η τήρηση με θρησκευτική ευλάβεια των πατροπαράδοτων, η πιστή συμμόρφωση προς τα ήθη και τα έθιμα των πατέρων τους, η αγάπη προς την πατρίδα, την ελευθερία, που ήταν συνυφασμένη με τον ανεξάρτητο τρόπο της ζωής τους.
Εσωτερική τους αδήριτη ανάγκη ήταν η παροχή κάθε βοήθειας προς τους κατατρεγμένους και αδικημένους από την εξουσία του κάμπου, που κατέφευγαν στις στάνες τους. Ξεχείλισμα του νου και της ψυχής τους ήταν η συμπαράσταση στους αγωνιζόμενους κατά του βάρβαρου κατακτητή και ασίγαστος πόθος τους και γλυκό τους όνειρο ήταν να γίνουν ένα μ’ αυτούς βοηθώντας τους σ’ όποια ανάγκη κι αν είχαν.
Κρυφός τους καημός και σφοδρή τους επιθυμία και επιδίωξη ήταν να βρεθούν κι εκείνοι στα λημέρια των καπετάνων της κλεφτουργιάς, να κρατήσουν κι εκείνοι καρυοφύλλια και ν’ αγωνισθούν μαζί τους.
Πατρίδα τους ήταν οι ορεινές καλοκαιρινές τους διαμονές. Αυτές τους εξέφραζαν. Τα πεύκα, οι οξυές και τα έλατα, τα ρυάκια με τα γάργαρα νερά, τα τιτιβίσματα των πουλιών και τα ουρλιάσματα των λύκων.
Ήταν κι εκείνες απρόσιτες, απάτητες, ελεύθερες. Κι αυτές οι καλοκαιρινές διαμονές της συντριπτικής πλειοψηφίας τους ήταν τα χιλιοτραγουδισμένα Άγραφα με τις ψηλές τους κορυφές, τα απέραντα λιβάδια τους, τους καταδεκτικούς και καλοσυνάτους ντόπιους ελληνόφωνους μικροκτηνοτρόφους κατοίκους τους. Αυτό ήταν το δικό τους βασίλειο, που δεν το αντάλλαζαν με τίποτε, ούτε και μ’ αυτές ακόμη τις ανέσεις της μό
νιμης εγκατάστασης. Αυτό γέμιζε όλο τους το είναι.
Κι αν κάποιοι από αυτούς ξεκαλοκαίριαζαν σ’ άλλα ορεινά λιβάδια ο νους τους ήταν γεμάτος από Άγραφα. Κάποια ανάγκη τους οδηγούσε μακριά από αυτά. Προσωρινά όμως. Για κάποια καλοκαίρια. Και ξανά στ’ Άγραφα. Αυτά ένοιωθαν ως πατρίδας τους. Εκεί είχαν δικά τους όλα τα λιβάδια, χωρίς επαγγελματικούς ανταγωνισμούς από τους ντόπιους, χωρίς «καρφώματα» ότι «φυλάν’ τους κλέφτες στα μαντριά».
Έστηναν τα καλύβια τους μακριά από τα χωριά. Δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους με τους ντόπιους. Ένοιωθαν μια αποστροφή προς τους Βλαχόφωνους, οι οποίοι τους κορόιδευαν για τον τρόπο της ζωής τους, για τη φτώχεια του επαγγέλματός τους, για τη μη επίδοσή τους σ’ άλλα επαγγέλματα.
Για όλα αυτά και για άλλα πολλά, που ήταν βαθειά χαραγμένα στις ψυχές τους «μητρός τε και πατρός και των προγόνων απάντων», με το συντηρητισμό, ο οποίος τους διέκρινε και με την πλήρη αφοσίωση στα πάτρια, θα ήταν παραλογισμός να δεχθεί κανένας ότι πατρίδα τους ήταν κάποιο χωριό, από το οποίο κάποτε έφυγαν, έριξαν πέτρα πίσω τους κι άρχισαν και συνέχισαν μια νέα σκληρή ζωή γεμάτη ατελείωτους κόπους, κακουχίες, διώξεις, βάσανα, συμφορές, χωρίς να ξαναθυμηθούν και να επιστρέψουν στην «πατρίδα», που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους αναγκάσθηκαν κάποτε να την εγκαταλείψουν. Δυνατός και πειστικός λόγος γι’ αυτό είναι και γιατί οι εξελίξεις στην πατρίδα μας, για όσους υποστηρίζουν κάποιο λόγο φυγής, ήταν τέτοιες που άλλαξαν εκείνα που φέρονται ότι τους ανάγκασαν να φύγουν και μάλιστα κατά εντυπωσιακό τρόπο. Σκοτώθηκε ο Αλή Πασάς. Ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Μειώθηκε η κτηνοτροφία. Αυξήθηκαν τα λιβάδια. Ανέβηκε το επίπεδό τους.»
